4

 


 

Τις μέρες αυτές συμπληρώνεται ένας χρόνος από τη λειτουργία του site. Ας κάνουμε, λοιπόν, ένα σύντομο απολογισμό (ύποπτο το πώς η λέξη αυτή μοιάζει με τη λέξη "απολογία"), παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή.

 

Ξεκινήσαμε να γράφουμε σιωπηλά, δίχως να διαφημιζόμαστε πουθενά και δίχως να ενημερώνουμε κανένα γι' αυτό. Προτιμήσαμε την ανωνυμία και αρνηθήκαμε συνειδητά κάθε μορφή άμεσης επικοινωνίας. Αποφύγαμε να αναφερόμαστε στους επισκέπτες μας με προσφωνήσεις του τύπου "φίλοι μας", "αγαπητοί μας επισκέπτες" κλπ. Επιλέξαμε να χρησιμοποιούμε λέξεις, φράσεις και ύφος που απέδιδαν τα συναισθήματα και τις σκέψεις μας, χωρίς να τις «λειαίνουμε» με τους καθιερωμένους κανόνες επίτευξης αποδοχής και επικρότησης από πλευράς «κοινού».

 

Ο λόγος για τα παραπάνω έχει να κάνει με την προσωπική μας ψυχοσύνθεση.

 

Νιώθαμε από παλιά μια άπωση προς τους ανθρώπους εκείνους που αρέσκονταν να εγκλωβίζουν τους εαυτούς τους σε αυτοπροσδιορισμούς του τύπου "ορθολογιστής", "πραγματιστής", "ρεαλιστής". Αισθανόμασταν ότι οι άνθρωποι αυτοί, αποκομμένοι από οποιαδήποτε πραγματική επαφή με τον κόσμο γύρω τους και τυφλωμένοι από τον ίδιο τους το δογματισμό, είχαν απορρίψει με επιπόλαιη βιασύνη όλα εκείνα που δε χωρούσαν στη γελοία τους αντίληψη περί λογικότητας του κόσμου. Οι άνθρωποι αυτοί διαλαλούσαν με αυτάρεσκη έπαρση ότι είχαν απαλλαγεί απ' όλες τις "δεισιδαιμονίες" που ταλαιπωρούν τους "αφελείς", την ίδια στιγμή που οι "δεισιδαιμονίες" αυτές τους επισκέπτονταν τα βράδια στα όνειρα τους, κάνοντας τους να πετάγονται από το κρεβάτι τους, λουσμένοι από "δεισιδαίμονα" ιδρώτα.

 

Ακόμη λιγότερη εκτίμηση τρέφαμε προς εκείνους που, ευρισκόμενοι στον αντίποδα και στην προσπάθεια τους να αισθανθούν ξεχωριστοί και διαφορετικοί από τους πολλούς, έσπευδαν να ενστερνιστούν τις αλλοπρόσαλλες ανοησίες που διάφοροι όμοιοι τους, απ' αυτούς που στολίζονται με παράσημα όπως "εσωτεριστής", "διανοητής", "ψυχοερευνητής", τους σέρβιραν με ακόμη μεγαλύτερο νευρωτικό δογματισμό. Η φαιδρή τους σοβαροφάνεια, η τραγική άνεση με την οποία επικαλούνταν δύσκολες λέξεις-έννοιες, όπως "ενέργεια", "κραδασμοί", "ψυχή", και η αποπνικτική οσμή σαπίλας που ανέδιδε η ιδέα τους ότι κατέχουν την «αληθινή» αλήθεια γινόταν ακόμη πιο ανυπόφορες από το γεγονός της παντελούς έλλειψης φαντασίας και ομορφιάς στις ιδέες τους, ενώ η τραγική τους άγνοια για τα απλούστερα των πραγμάτων, καθώς και η υποκριτική τους απροθυμία να αντικρούσουν και τις πλέον πασίδηλες των απατών που τους σερβίρονταν, προσπαθώντας να διατηρήσουν το προφίλ του "ανοικτόμυαλου", τους καθιστούσαν ιδανικά θύματα για τις ορδές των απατεώνων που λυμαίνονται τους κύκλους τους.

 

Ξεκινήσαμε να γράφουμε για άτομα που μοιράζονταν τα ίδια αυτά συναισθήματα μ' εμάς και που μας έδενε μαζί τους η ίδια αδιόρατη αλλά παράδοξα χαρακτηριστική κοινή παρόρμηση για την αναζήτηση του αγνώστου. Μια αναζήτηση που πηγάζει, όχι από κάποια απλή διάθεση έξαψης και κορεσμού της ανθρώπινης περιέργειας, αλλά από την επίγνωση του ότι γύρω μας υπάρχουν κόσμοι και καταστάσεις που ξεπερνούν την ικανότητα της φαντασίας μας να υπαινιχθεί καν, καθώς και από μια παράξενη εσωτερική ανάγκη, μια «δίψα» για μια φευγαλέα έστω επαφή με τους κόσμους αυτούς. Απευθυνόμασταν σε ανθρώπους που κατανοούν ότι ένα από τα πρώτα οφέλη της αναζήτησης αυτής είναι και η ανάπτυξη μιας θαυμάσιας καινούριας ικανότητας αντίληψης, όχι του αγνώστου μόνο, αλλά και του γνωστού πλέον, και που προτιμούν να σκέφτονται αντί να μιλούν, να νιώθουν αντί να σκέφτονται και να ζουν αντί να νιώθουν. Οι άνθρωποι αυτοί δε χρειάζονταν ούτε δημοσιότητα για να μας βρουν, ούτε βαρετές περιττολογίες για να καταλάβουν που βρίσκονται, ούτε και γλυκερά χαϊδολογήματα στ' αυτιά του στυλ "πολυαγαπημένε και λατρευτέ μας φίλε" για να γίνουν πραγματικοί φίλοι.

 

Ξεκινήσαμε, λοιπόν, να γράφουμε για την Πεντέλη, γνωρίζοντας πως το θέμα είχε απασχολήσει στο παρελθόν αρκετό κόσμο και ότι υπήρχαν ακόμη κάποιοι που ενδιαφέρονταν γι' αυτό. Σαφής είχε γίνει επίσης και η άκρατη μπουρδολαγνεία μεγάλης μερίδας των δημοσιογράφων, οι οποίοι προσπαθούσαν να εξαργυρώσουν το ενδιαφέρον αυτό πουλώντας υλικό για χαρταετούς.

 

 

Εδώ π.χ. μας γίνεται η «αποκάλυψη» για "ύποπτες στοές που οδηγούν στα έγκατα της γης" (για όσους δεν έχουν επισκεφτεί το χώρο, οι τεχνητές αυτές σήραγγες -στις οποίες αναφερόμαστε στα "γύρω από τη σπηλιά μέρη" στην ενότητα της Πεντέλης- προχωρούν για λίγες δεκάδες μόνο μέτρα οριζοντίως και μετά σταματούν τυφλά σε βράχο, πράγμα που φαίνεται άλλωστε και στη φωτογραφία του "αποκαλυπτικού" ρεπορτάζ) και για "αόρατες στρατιωτικές δυνάμεις που επιτίθενται στην πολιτιστική μας κληρονομιά, ενδεχομένως και με πυρηνικά όπλα"

 

Δεν ήταν, όμως, μόνο οι δημοσιογράφοι, το όλο θέμα είχε από καιρό μετατραπεί σε «αυτοτροφοδοτούμενο». Αυτό που εννοούμε είναι ότι δε χρειαζόταν να υπάρχει κανένα «μυστήριο» στον τόπο· τα πλήθη των ανθρώπων που κατά καιρούς -και ιδίως κατά τις εξάρσεις δημοσιότητας- επισκέπτονταν την περιοχή είχαν φροντίσει ώστε η Πεντέλη και η σπηλιά της να μετατραπούν με τον καιρό σε επίκεντρο απίθανων ιστοριών και διηγήσεων. Έτσι, οι ήρεμες φωνές των λίγων που προσπαθούσαν με ειλικρίνεια προς τον εαυτό τους να διερευνήσουν το τι συνέβαινε εκεί χάνονταν μέσα στη χαωδία από θριαμβευτικές κραυγές για βαρυσήμαντες ανακαλύψεις και «αποκαλυπτικές» αποκαλύψεις. Ξωτικά, λυκάνθρωποι, νεράιδες, εξωγήινοι, ο λήσταρχος Νταβέλης, πυρηνικά απόβλητα, κοίλη γη, πηγές βαρυονίων και πολλά άλλα ακόμη είχαν σταδιακά σωρευτεί στην Πεντέλη, εκεί, δίπλα στους σωρούς με τις πέτρες των αρχαίων λατομείων. Παράλληλα, οι διάφορες συνωμοσιολογικές θεωρίες έδιναν κι έπαιρναν (μέχρι και για τις θαυματουργές ιδιότητες της λατύπης του πεντελικού μαρμάρου και τη μυστική πρόθεση των δαιμονικών ξένων δυνάμεων να μας την αποσπάσουν ακούσαμε).

 

Η εξήγηση των παραπάνω φαινομένων δεν ήταν δύσκολη. Πέρα από τους φαντασιόπληκτους και τους ψεύτες που επινοούσαν τα διάφορα πυροτεχνήματα, άλλοι για να τραβήξουν το ενδιαφέρον και το θαυμασμό των φίλων τους και άλλοι για να τα τυπώσουν και να τα πουλήσουν ως αποτέλεσμα δήθεν πρόσβασης σε «σούπερ μυστικές» πηγές γνώσης και εμβριθούς έρευνας, υπήρχε και μια άλλη πηγή παραγωγής φημολογιών. Ήταν οι άνθρωποι που χωρίς να είναι ψεύτες ή απατεώνες είχαν, ανάλογα με τα πιστεύω τους και σε συνδυασμό με την επιθυμία τους "να δουν κάτι", προαποφασίσει το τι θα βίωναν στην περιοχή πριν καν την επισκεφθούν. Έτσι, αυτοί που πίστευαν στα πνεύματα έβλεπαν φασματικές οπτασίες να τριγυρνούν, οι υποστηρικτές της ύπαρξης των UFOs εντόπιζαν παράξενα φώτα στον ουρανό, οι λάτρεις των χωροχρονικών ανωμαλιών διαπίστωναν τέτοιου είδους διαταραχές, οι οπαδοί της κοίλης Γης ανακάλυπταν παντού στοές που οδηγούσαν στο εσωτερικό της, ενώ όσοι είχαν επισκεφθεί το μέρος πιστεύοντας ότι τίποτα το ιδιαίτερο δε συνέβαινε εκεί και ότι όλα ήταν φήμες αποχωρούσαν χωρίς να έχουν διαπιστώσει τίποτα το περίεργο.

 

Η παραπάνω συμπεριφορά είναι πολύ διαδεδομένη μεταξύ των ανθρώπων και αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα εμπόδια σε κάθε σοβαρή απόπειρα σχηματισμού άποψης γύρω από οποιοδήποτε θέμα, και πολύ περισσότερο στην έρευνα του αγνώστου.

 

Στους ψυχολόγους είναι πασίγνωστο το ακόλουθο πείραμα: το υποκείμενο τοποθετείται μπροστά από μία οθόνη, όπου ένα μηχάνημα προβολής σλάιντ εναλλάσσει γρήγορα ποικίλου περιεχομένου και άσχετες μεταξύ τους εικόνες, με διάρκεια προβολής της κάθε μιας μικρότερης του ενός δευτερολέπτου. Ανάμεσα στις εικόνες αυτές υπάρχει και μια σχετικά θολή και κακοφωτισμένη φωτογραφία, η οποία απεικονίζει σε στάση συμπλοκής έναν καλοντυμένο λευκό άνδρα που με μια μπανάνα σημαδεύει το στομάχι ενός βρώμικου και κακοντυμένου μαύρου άνδρα. Μετά το πέρας της προβολής των εικόνων, το υποκείμενο καλείται να περιγράψει όσες από τις σκηνές που του επιδείχθηκαν μπόρεσε να συγκρατήσει. Το υποκείμενο, στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων, περιγράφει μια σκηνή κατά την οποία ένας μαύρος άνδρας, κρατώντας μαχαίρι, ετοιμάζεται να μαχαιρώσει ένα λευκό. Χαρακτηριστικό δε είναι πως την ίδια εντύπωση σχηματίζουν, στην ίδια συντριπτική τους πλειοψηφία, και άτομα που ανήκουν στη μαύρη φυλή.

 

Γράψαμε πριν ότι η ανθρώπινη αυτή τάση, του να χρωματίζονται δηλαδή οι πληροφορίες που προσφέρονται από τις αισθήσεις ανάλογα με τις προσωπικές-υποκειμενικές αντιλήψεις και τα στερεότυπα των ανθρώπων, αποτελεί ένα από τα πιο δύσκολα εμπόδια στην έρευνα. Η δυσκολία, όμως, δεν έγκειται στη δυνατότητα εντοπισμού και εξάλειψης των υποκειμενικών παραμέτρων από την καθεαυτό εμπειρία. Αυτό είναι σχετικά εύκολο. Η δυσκολία έγκειται στο γεγονός πως εξαλείφοντας κανείς πλήρως όλα τα υποκειμενικά χαρακτηριστικά της εμπειρίας χάνονται και οι πολύτιμες πληροφορίες-κλειδιά που μόνο ως υποκειμενικά βιώματα μπορούν να καταγραφούν στο πλέγμα της συνείδησης και να ανασυρθούν από τους λαβυρίνθους της μνήμης. Με άλλα λόγια, απορρίπτοντας κανείς όλα εκείνα που θεωρεί τραβηγμένα ή εξωφρενικά, θεωρώντας τα αποκυήματα της φαντασίας ή επίπλαστες υποκειμενικές αντανακλάσεις της προσωπικότητας του παρατηρητή επάνω στον καμβά του παρατηρούμενου, αποδίδοντας τα όλα στην προαναφερθείσα ανθρώπινη τάση, κινδυνεύει και ο ίδιος να πέσει θύμα ακριβώς της ίδιας αυτής τάσης, αντανακλώντας πλέον τη δική του προσωπικότητα στη θέση της αρχικής αντανάκλασης, την οποία με απατηλή αίσθηση ουδετερότητας έσπευσε να εξαλείψει.

 

Για παράδειγμα, στη δήλωση "πήγα στην Πεντέλη και μίλησα με έναν άγγελο, ο οποίος μου αποκάλυψε τα μελλούμενα" ο ακροατής μπορεί (μεταξύ άλλων):

 

Να δεχθεί τη δήλωση ως αληθινή.

 

Να απορρίψει τη δήλωση ως γελοίο ψέμα.

 

Να απορρίψει τη δήλωση ως αποτέλεσμα διαταραγμένης προσωπικότητας του αφηγητή.

 

Να απορρίψει την ιδέα περί αγγέλου και μέλλοντος, αποδίδοντας την στην "απλοϊκότητα" του αφηγητή, να δεχθεί όμως ότι έλαβε χώρα μια επικοινωνία με κάτι το οποίο ο δηλών εξέλαβε ως άγγελο.

 

Στην πρώτη περίπτωση κινδυνεύει να πέσει θύμα απάτης. Στη δεύτερη περίπτωση κινδυνεύει να απορρίψει ένα αληθινό γεγονός, τη στιγμή που η αρχική του πρόθεση ήταν ακριβώς η επαφή του με το άγνωστο. Στην τρίτη περίπτωση κινδυνεύει να απορρίψει έναν καθ' όλα λογικό άνθρωπο. Στην τέταρτη περίπτωση κινδυνεύει να αντικαταστήσει τα «εξαρτήματα» του «οχήματος» μιας πρωτογενούς εμπειρίας με δικά του εξίσου υποκειμενικά «ανταλλακτικά».

 

Είναι πολύ δύσκολο να υιοθετηθεί ικανοποιητική στάση ακόμα και σε μια τραβηγμένη δήλωση όπως αυτή του παραπάνω παραδείγματος, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για πολύ πιο προσγειωμένες και «γήινες» μαρτυρίες. Αλλά, βέβαια, το πραγματικό πανηγύρι αρχίζει όταν οι μαρτυρίες προέρχονται, όχι από κάποιον τρίτο, αλλά από τον ίδιο σου τον εαυτό. Εκεί, δεν υπάρχει καν το αποκούμπι της αυταπάτης της αντικειμενικότητας, αλλά ούτε και η έξοδος διαφυγής του χαρακτηρισμού του μάρτυρα ως μυθομανούς. Από τη στιγμή που διάφορες αισθήσεις -όπως αυτές του πόνου, του κρύου, της δίψας, της κούρασης, της χαράς- είναι υποκειμενικές και μη αποδείξιμες αλλά πραγματικές πέρα από κάθε αμφισβήτηση, με ποιο έρεισμα κάποιες άλλες υποκειμενικές αλλά ασυνήθιστες αισθήσεις και εμπειρίες που φέρουν επάνω τους την ίδια εκείνη σφραγίδα του αυθεντικού μπορούν να απορριφθούν ως αποκυήματα της φαντασίας; Και, από την άλλη, πώς μπορεί κανείς να προφυλαχθεί από τον κίνδυνο να μετατραπεί ο ίδιος σε φαντασιόπληκτο ή να πέσει θύμα άλλων, γραφικών ή απατεώνων; Υιοθετώντας το δόγμα του "δεν απορρίπτω τίποτα", η βέβαιη κατάληξη θα ήταν η μετατροπή των προσωπικών αντιλήψεων σε απέραντο σκουπιδότοπο, γεμάτο με απορρίμματα -ατομικά ή ξένα- που θα έπρεπε να είχαν άμεσα απορριφθεί στον πλησιέστερο κάδο απορριμμάτων. Δείτε τι γίνεται σε κάθε απεργία των εργαζομένων στον τομέα καθαριότητας των Δήμων.

 

Το πρόβλημα αυτό δεν έχει «μαθηματική» ή άλλη αδιαμφισβήτητη λύση και έχει απασχολήσει κατά καιρούς όλους όσους έχουν αποπειραθεί με γνήσια διάθεση να σαλπάρουν στις θάλασσες του αγνώστου. Αυτό που χρειαζόμασταν ήταν μια μεθοδολογία. Ένα «κόσκινο» δηλαδή, το οποίο θα συγκρατούσε όλα εκείνα τα στοιχεία της έρευνας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αξιόπιστα (πέρα από τα όσα ήταν πασιφανή και μπορούσαν να φωτογραφηθούν, μαγνητοφωνηθούν ή με οποιοδήποτε τρόπο καταγραφούν) και από την άλλη θα άφηνε να απορριφθούν οι εντυπώσεις που είχαν αποδειχθεί περιστασιακές και αβάσιμες (πέρα από τις προφανείς αυταπάτες και τις ολοφάνερα ψευδείς μαρτυρίες).

 

Μας πήρε μερικά χρόνια να συγκροτήσουμε το «κόσκινο» αυτό και, αν και κανένα «κόσκινο» του είδους δε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί τέλειο, νιώθαμε ότι είχαμε πετύχει μια αξιοπρεπή προσέγγιση που, πέρα από τη «στατική» λειτουργία της ανάλυσης, μας επέτρεπε και μια ικανοποιητική «δυναμική» παρατήρηση. Δεν αυταπατώμασταν βέβαια, και γνωρίζαμε πως πέρα από κάποιο σημείο καμία μεθοδολογία δεν επαρκεί και η όποια αναζήτηση παίρνει αναγκαστικά τη μορφή εσωτερικής διεργασίας που δεν μπορεί να εκφραστεί με λέξεις.

 

Αρχίσαμε, λοιπόν, να γράφουμε για την Πεντέλη, εκθέτοντας στοιχεία και διαπιστώσεις που είχαν προκύψει ύστερα από έρευνα δύο περίπου δεκαετιών και «κοσκινιστεί» δεόντως, αποφεύγοντας να εκφέρουμε προσωπικές απόψεις ή συμπεράσματα και υποσημαίνοντας το αυτό όποτε το κάναμε. Μας έκανε μεγάλη εντύπωση το πώς άνθρωποι που είχαν επισκεφθεί το μέρος δυο-τρεις φορές ή και καθόλου είχαν καταλήξει σε απόλυτα (και σχεδόν πάντα αντικρουόμενα μεταξύ τους) συμπεράσματα, τη στιγμή που εμείς, έπειτα από είκοσι χρόνια συνεχούς ενασχόλησης με την υπόθεση, αδυνατούσαμε να δώσουμε ικανοποιητική και αδιαμφισβήτητη εξήγηση ακόμα και σε απλές και «πεζές» πτυχές της (όπως π.χ. στην απουσία σταλακτιτικού υλικού από την οροφή της σπηλιάς, τη στιγμή που στα τοιχώματα της υπάρχει αρκετό τέτοιο, ενώ το κοίλωμα της είναι φυσικό και ηλικίας πολλών εκατοντάδων χιλιάδων ετών).

 

Ένα χρήσιμο παραπροϊόν της αποφυγής περιττής δημοσιότητας σχετικά με το site ήταν και η δυνατότητα παρακολούθησης της φυσικής και ανεπηρέαστης ροής των πληροφοριών που περιέχονταν σ' αυτό. Το παρακάτω αποτελεί ένα ενδιαφέρον δείγμα.

 

 

 

 

Ασφαλώς και κάποιες από τις επισκέψεις αυτές θα πραγματοποιήθηκαν από ιδιώτες που απλά είχαν πρόσβαση στους συγκεκριμένους servers, και όχι από τους φορείς που εξυπηρετούνται απ' αυτούς, αλλά όλες; Σε διάστημα ενός μήνα; Σαν να μαζεύονται πολλές συμπτώσεις, δε νομίζετε; Άλλωστε υπάρχουν και άλλες, πολύ πιο «χαριτωμένες» περιπτώσεις, στις οποίες δε σκοπεύουμε να αναφερθούμε. Απεχθανόμαστε τη συνωμοσιολογία, όμως το ενδιαφέρον κρατικών υπηρεσιών και ιδιωτικών οργανώσεων για την Πεντέλη και ειδικά για τη σπηλιά της υπήρξε από παλιά έντονο και σαφές.

 

Βεβαίως, και πολλοί άλλοι εντόπισαν το site και σύντομα άλλοι δικτυακοί τόποι με θεματολογία σχετική με το «παράξενο» άρχισαν να αναφέρονται στο θέμα της Πεντέλης (πέρα από εκείνους που από παλιά το έκαναν). Στις μέρες μας είναι δύσκολο να βρεθεί ένας τέτοιος τόπος όπου το θέμα αυτό να μην τυγχάνει -εκτεταμένης συνήθως- αναφοράς.

 

Ταυτόχρονα αρχίσαμε να βλέπουμε απότομες, μεγάλες και ανεξήγητες ανόδους της επισκεψιμότητας στο site, τις οποίες δεν μπορούσαμε αρχικά να δικαιολογήσουμε. Μια μικρή διερεύνηση αποκάλυψε την αιτία. Μερικοί άνθρωποι, που φαίνεται ότι μας είχαν δει ανταγωνιστικά, είχαν εγκαινιάσει εκστρατεία δυσφήμισης εναντίον μας, κατηγορώντας μας για ό,τι σχεδόν μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους, φερόμενοι με πολλαπλά ονόματα για να φαίνονται πολλοί. Η εμπάθεια και η χαρακτηριστική οσμή που ανέδιδαν τα γραφόμενα τους μας καθησύχασε πως βρισκόμασταν σε καλό δρόμο, αφού τέτοια άτομα αισθάνονταν εχθρικά απέναντι μας. Παράλληλα, η εμμονή τους αυτή μας θύμιζε το γνωστό λαγωνικό Ραν Ταν Πλαν, από το οποίο ο Λούκυ Λουκ, κάθε φορά που έχανε το δρόμο του, ζητούσε να του καταδείξει την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσουν, για να επιλέξει στη συνέχεια τη διαμετρικά αντίθετη προς αυτή κατεύθυνση, όντας σίγουρος πως αυτή ήταν και η σωστή (αυτή είναι και η μοναδική τους ομοιότητα με το συμπαθέστατο τετράποδο). Έτσι, οι τύποι αυτοί, στην προσπάθεια τους να αποτρέψουν άλλους από το να μας επισκέπτονται, κατάφερναν το αντίθετο, κινώντας τους την περιέργεια και διοχετεύοντας επισκέπτες προς το site. Ίσως κι εσείς που διαβάζετε τώρα τις γραμμές αυτές μια τέτοια πορεία να έχετε ακολουθήσει.

 

Το θέμα (ξανα)άρχισε να λαμβάνει δημοσιότητα και, ενώ "πεντελολόγοι" ξεφύτρωναν συνεχώς, δεν έλειψαν ούτε τα συνηθισμένα δείγματα ανθρώπινης ανοησίας ούτε και οι αναμενόμενες μικροαπάτες. Σε κάποιες τέτοιες περιπτώσεις έχουμε αναφερθεί στο παρελθόν και δε σκοπεύουμε να χαραμίσουμε περισσότερα bytes για το σκοπό αυτό.

 

Τώρα, υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων που έλκονται πάντα από τέτοιες εξάρσεις δημοσιότητας. Στην πρώτη ανήκουν οι δημοσιογράφοι. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν όλοι εκείνοι που φιλοδοξούν να χρησιμοποιήσουν τη δημοσιότητα αυτή, επιδιώκοντας την παράλληλη δική τους προβολή. Όταν οι δύο αυτές κατηγορίες ανθρώπων σμίγουν και συνεργάζονται, τα αποτελέσματα είναι προδιαγεγραμμένα. Οι πρώτοι στοχεύουν σε υψηλά ποσοστά θεαματικότητας, ακροαματικότητας ή αναγνωσιμότητας, και ως εκ τούτου σπανίως ξεφεύγουν από τον πειρασμό του να παραμορφώσουν το υπό δημοσιοποίηση θέμα, μεγαλοποιώντας τις πτυχές που κατά την κρίση τους είναι εντυπωσιακές, καταφεύγοντας σε βαρύγδουπες και ανερμάτιστες διαπιστώσεις, αποσκοπώντας στον εντυπωσιασμό και τον ντόρο. Οι δεύτεροι, όντας στη μεγάλη τους πλειοψηφία ασόβαροι (ποιος σοβαρός άνθρωπος θα επεδίωκε προβολή τέτοιου είδους;), ανίδεοι περί το θέμα, αλλά και αδιάφοροι ως προς την προοπτική υποφερτής έστω παρουσίασης του, επιδιώκουν τη σταδιακή μετατόπιση του κέντρου βάρους της όποιας παρουσίασης από το καθεαυτό θέμα προς τις προσωπικές τους αντιλήψεις και την ανάλογη και πολυπόθητη μετατόπιση της δημοσιότητας προς τα άτομα τους. Το δε άλλοθι στο οποίο καταφεύγουν για τη μετατόπιση αυτή είναι πάντα σχεδόν η πρόθεση τους να «ενημερώσουν και να εξηγήσουν τα πράγματα στο κοινό». Έτσι, η όποια ουσία του όποιου θέματος παραμένει απόμακρη και ανέγγιχτη, ενώ οι δυνητικά ωφέλιμες επιδράσεις της δημοσιότητας χάνονται προς επικράτηση όλων των γνωστών βλαβερών της συνεπειών.

 

Η Πεντέλη δε θα μπορούσε να ξεφύγει από τον κανόνα αυτό. Λίγο αφότου το θέμα προβλήθηκε στην τηλεόραση από κάποιους που θέλησαν να το χρησιμοποιήσουν ως «κράχτη» στα προαναφερθέντα πλαίσια, άλλοι δημοσιογράφοι, που επίσης κυνηγούσαν ειδήσεις (κυριολεκτικά τις κυνηγούν, τις διώκουν), «τσίμπησαν» κι αυτοί με τη σειρά τους. Έτσι, πριν από μερικές εβδομάδες παρακολουθούσαμε επί 10 περίπου λεπτά (!) στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του "αστέρα" της "έγκυρης τηλεοπτικής ενημέρωσης" την ακόλουθη ιλαροτραγωδία: ο mediανθρωπος εκστασιασμένος μίλαγε στην κάμερα για τις "αποκαλύψεις που για πρώτη φορά έφερνε στο φως ο τηλεοπτικός φακός", δηλώνοντας ότι βρισκόταν "στη σπηλιά του Νταβέλη" (ενώ είχε μπει στο τριγωνικό τούνελ που οδηγεί στη λιμνούλα της σπηλιάς). Προχωρώντας στο τούνελ αυτό και υπολογίζοντας ότι είχε φτάσει "σε βάθος 80 περίπου μέτρων" (η λιμνούλα βρίσκεται 6-7 μέτρα κάτω από το έδαφος της σπηλιάς), δείχνοντας τα αρχαία σκαλοπάτια και πληροφορώντας μας ότι "από 'κει κατέβαινε ο λήσταρχος Νταβέλης για να συναντήσει τη Δούκισσα της Πλακεντίας, όπως έχουν δηλώσει έγκυροι ερευνητές", κάποια στιγμή έφτασε και στη μικρή λιμνούλα. Εκεί, ο δυστυχισμένος αυτός σταμάτησε και δήλωσε πως "η λίμνη αυτή σχηματίζεται από υπόγεια ύδατα και είναι άπατη. Πιο πέρα δεν έχουμε τα κότσια να συνεχίσουμε..." (η συγκεκριμένη λιμνούλα συνιστά το τέρμα του τούνελ και σχηματίζεται από σταγόνες νερού που στάζουν από τον υπερκείμενο βράχο, έχει δε βάθος περί τα 50 εκατοστά και περιέχει πολύ λιγότερο νερό απ' όσο περιέχει μια μισογεμάτη μπανιέρα). Ύστερα, αφού μας ενημέρωσε για "πληροφορίες ότι η Nasa είχε ανοίξει στο παρελθόν τις τεχνητές σήραγγες για να θάψει κλοφέν", με θριαμβευτικό ύφος και με μια αποφασιστική κίνηση χάραξε το όνομα του "αστέρα" στα τοιχώματα του αρχαίου τούνελ (δε θα έπρεπε να επέμβει κάποιος εισαγγελέας και να παραπέμψει τον mediανθρωπο και τον "αστέρα" για βεβήλωση αρχαίου μνημείου και για προσβολή της δημοσίας αιδούς;), ενώ ο αρχιπαρουσιαστής του "δελτίου ειδήσεων" Σάλιαγκας του έδινε συγχαρητήρια για την τολμηρή του εξερεύνηση και τις αποκαλυπτικές πληροφορίες.

 

Δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι η προβολή της -βάθους λίγων μόλις εκατοστών- λιμνούλας ως άπατης και τα άλλα που ακούστηκαν οφείλονται αποκλειστικά στη νοητική ανεπάρκεια του mediανθρωπου. Είναι προφανές ότι πολλά από τα «ρεπορτάζ» της τηλεόρασης περιέχουν ηθελημένα ψέματα, ώστε να δίνουν την αίσθηση της «αποκάλυψης».

 

Υπήρξαν και αρκετές άλλες δημοσιογραφικές «αποκαλύψεις» σε διάφορα ΜΜΕ και η Πεντέλη βρέθηκε για άλλη μια φορά στο στόχαστρο (κυριολεκτικά - την πυροβολούσαν) της δημοσιότητας.

 

Τα αποτελέσματα ήταν τα αναμενόμενα, και όταν μετά από μερικές ημέρες βρήκαμε το κουράγιο να ξαναεπισκεφθούμε το μέρος, οι εικόνες που είδαμε ήταν προβλέψιμες όσο και λυπηρές.

 

 Αυτοκίνητα ξεφύτρωναν

ανάμεσα από τα πεύκα.

 

Η αστυνομία είχε κανει

και πάλι την εμφάνιση της.

 

Νεανίες, που πίστευαν πως βρίσκονταν στο χωράφι του παππού τους, τοποθετούσαν το αυτοκίνητο τους

στο στόμιο της εισόδου της σπηλιάς, με τα ηχεία στη διαπασών, χρησιμοποιώντας τη σπηλιά ως αντηχείο.

 

Αυτά ήταν τα αποτελέσματα των «ευγενών προθέσεων» της επαναπροβολής του θέματος, και όταν παλαιότερα γράφαμε πως σε λίγα χρόνια θα υπάρχει καντίνα στημένη έξω από τη σπηλιά, δεν αστειευόμασταν ακριβώς...

 

Η παλιά αυτή καντίνα βρίσκεται

παρατημένη κάπου στο βουνό.

 

Σαν να μην έφταναν αυτά, και πάνω που είχαμε αρχίσει να χαιρόμαστε βλέποντας νέα ζωή να ξεφυτρώνει από τα καμένα πεύκα...

 

 

... πληροφορηθήκαμε σχετικά με το καινούριο νομοσχέδιο της κυβέρνησης μας περί διευκόλυνσης του αποχαρακτηρισμού καμένων εκτάσεων από δασικών και νομιμοποίησης των εκεί αυθαιρέτων κτισμάτων. Ουσιαστικά πλέον η επίσημη ελληνική πολιτική επί του θέματος συνοψίζεται σε: [ Κάψε δάσος ---» Κτίσε αυθαίρετο ---» Περίμενε λίγα χρόνια ---» Νομιμοποίησε αυθαίρετο ].

 

Με βάση, λοιπόν, το καινούριο αυτό νομοσχέδιο, νέοι εμπρησμοί θα πρέπει να αναμένονται κατά το εγγύς μέλλον στην Πεντέλη, η οποία έχει την ατυχία να θεωρείται μια από τις «hi» περιοχές της Αθήνας για να κατοικεί κανείς. Περισσότερα πεύκα θα καούν και εκατομμύρια άλλα μικρά και μεγάλα πλάσματα του δάσους θα ξεψυχήσουν μαρτυρικά στις φλόγες, προκειμένου κάποιοι άνθρωποι να ικανοποιήσουν τις επιδιώξεις τους, τα «όνειρα ζωής» τους και τα ποταπά τους ένστικτα.

 

 

Αυτή είναι η μοίρα όλων των όμορφων πραγμάτων που έχουν την ατυχία να βρίσκονται κοντά σε οικισμούς ή να αποτελούν στόχο οποιασδήποτε μορφής ανθρώπινης εκμετάλλευσης.

 

Μετά από όλες αυτές τις εξελίξεις του περασμένου χρόνου αισθανόμαστε μουδιασμένοι στη σκέψη του να γράψουμε περισσότερα για την Πεντέλη αλλά ευτυχείς που δε θίξαμε κάποιες πτυχές του θέματος και δεν αναφερθήκαμε με σαφήνεια στην ακριβή τοποθεσία κάποιων σημείων επί του βουνού. Σκοπεύουμε να γράψουμε λίγα ακόμη πράγματα, στο πλαίσιο θεμάτων στα όποια έχουμε ήδη αναφερθεί στο παρελθόν, αποφεύγοντας όπως πάντα να δώσουμε το ακριβές τους στίγμα, μιας και γνωρίζουμε πολύ καλά πως δεν μπορούμε να τα βάλουμε με την ανθρώπινη βλακεία, η οποία αποτελεί μια από τις πλέον ακατάβλητες δυνάμεις του Σύμπαντος.

 

Και, έχουν κάποια αξία τα όσα γράφουμε;

 

Λοιπόν, κοιτάξτε. Αν εσείς που διαβάζετε τώρα τις λέξεις αυτές ανήκετε στην πλειοψηφία αυτών που ασχολούνται με την έρευνα του αγνώστου, αναζητώντας πληροφορίες και θέματα που να εξάπτουν ή να ικανοποιούν την περιέργεια τους στα πλαίσια μιας τάσης φυγής από την ανία και τις ολοένα αυξανόμενες αποκρουστικές όψεις της καθημερινότητας, ή επιθυμούν απλώς να εμπλουτίσουν το αρχείο τους με περισσότερο «παράξενο υλικό», μπράβο σας. Έχετε επιλέξει μια πολύ όμορφη ενασχόληση που μπορεί να σας βοηθήσει σε πολλά θέματα και που αξίζει το χρόνο της. Όμως, δε νομίζουμε ότι μπορούν να σας φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα αυτά που εμείς γράφουμε εδώ, και δεν πρόκειται ποτέ να σας κάνουμε να αισθανθείτε όμορφα με ένα γοητευτικό παραμύθι του στυλ: "εκεί, σε μια έρημη χαράδρα της Πεντέλης, ανακαλύψαμε μια κρυμμένη από κλαδιά είσοδο προς μια σήραγγα που οδηγούσε στο εσωτερικό της κούφιας Γης". Υπάρχουν άλλοι που έχουν ειδικευθεί σε τέτοιου είδους παραμύθια και που τα καταφέρνουν πολύ καλύτερα απ' ό,τι εμείς ποτέ θα μπορούσαμε. Είστε ευπρόσδεκτοι, φυσικά, να μας επισκέπτεστε αν το θέλετε, αλλά μην περιμένετε από μας να σας πούμε τι πρέπει να κάνετε και πού να πάτε. Εδώ θα βρείτε μόνο υπομνήσεις για πράγματα που πιστεύουμε πως δεν πρέπει να κάνετε. Μην απορείτε και μη διαμαρτύρεστε, τέλος, αν το ύφος μας σας φαίνεται μερικές φορές ειρωνικό, τα σχόλια μας πικρόχολα και οι πληροφορίες και το χιούμορ μας δυσνόητα. Μην ξεχνάτε πως το site αυτό δεν απευθύνεται σ' εσας.

 

09/11/2003

 


  

4