ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

Πεδία, κύματα, έργα και κεραίες (μέρος Δ')

 

 

Τα κύματα ELF είναι ηλεκτρομαγνητικά κύματα που ανήκουν στην μπάντα συχνοτήτων μεταξύ 30 και 300 Hertz (χονδρικά, γιατί από χώρα σε χώρα και από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο υπάρχουν μικροδιαφορές ως προς τις πρότυπες κλίμακες διαστρωμάτωσης του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος). Παράγονται σε αρκετές περιπτώσεις, είτε ως συνοδά φυσικών φαινομένων, όπως οι κεραυνοί, είτε ως παραπροϊόντα της βιομηχανικής δραστηριότητας, όπως για παράδειγμα σε ηλεκτροφόρα καλώδια υψηλής τάσης (το εναλλασσόμενο ρεύμα έχει συχνότητα 60 Hz, οπότε τα ηλεκτρομαγνητικά κύματα που παράγονται κατά τη διάδοση του ανήκουν και αυτά στη μπάντα ELF). Παράγονται επίσης, όπως είδαμε πριν, και ως μαγνητοτελλουρικά ρεύματα, απότοκα του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου της Γης.

 

Λόγω του τεράστιου τους μήκους κύματος (στα 76 Hz, το μήκος κύματος στον αέρα είναι περίπου 4000 χιλιόμετρα - χαμηλή συχνότητα «---» μεγάλο μήκος κύματος, και αντίστροφα), τα κύματα ELF είναι ικανά να διαπερνούν τα διάφορα φυσικά εμπόδια και να διαδίδονται δια μέσω του εσωτερικού της Γης. Η ιδιότητα τους αυτή έχει αξιοποιηθεί στην κατασκευή «γεωραντάρ», που προσφέρουν πληροφορίες για τη σύσταση του υπεδάφους σε μεγάλα βάθη, έως και 100 χιλιόμετρα από την επιφάνεια του εδάφους. Υπήρξε, όμως, και μία διαφορετικού είδους αξιοποίηση των ιδιοτήτων των κυμάτων ELF, σχετική με τη συζήτηση μας.

 

Αναλυτικότερες πληροφορίες για τα όσα αναφέρονται παρακάτω μπορείτε να βρείτε στο site του Ερευνητικού Κέντρου Θαλάσσιας Ζωής Ειρηνικού Ωκεανού (Pacific Life Research Center - PLRC) και συγκεκριμένα στις σελίδες: http://www.plrc.org/docs/941005B.pdf, http://www.plrc.org/docs/010218.pdf, καθώς και στη σελίδα http://www.oldradio.com/archives/jurassic/ELF.doc, η οποία περιλαμβάνει αποσπάσματα από το βιβλίο "The ELF Odyssey".

 

Το 1968, το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό (USN) ανακοίνωσε δημοσίως την ύπαρξη ενός προγράμματος που έφερε την κωδική ονομασία "Project Sanguine". Το πρόγραμμα αυτό, όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, είχε εκπονηθεί και βρισκόταν υπό μυστική εξέλιξη σε εγκαταστάσεις της Βόρειας Carolina και της Virginia ήδη από το 1958. Η αναγκαιότητα που οδήγησε στην εκπόνηση του προγράμματος "Sanguine", σε γενικές γραμμές, ήταν η εξής: Ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του ψυχρού πολέμου είχε διαφανεί η ανάγκη για ένα στρατιωτικό σύστημα τηλεπικοινωνιών το οποίο, ανεπηρέαστο από τοπογραφικές ιδιομορφίες, καιρικές συνθήκες και διαθεσιμότητα τηλεπικοινωνιακών βάσεων, θα μπορούσε να φέρνει ταυτόχρονα τις ανά τον κόσμο διασκορπισμένες μονάδες του USN, και ιδιαίτερα τα υποβρύχια που έφεραν πυρηνικές κεφαλές, σε επικοινωνία με την κεντρική διοίκηση. Το ταυτόχρονο της επικοινωνίας αυτής είχε κριθεί ως ζωτικής σημασίας καθότι, όπως είχαν δείξει όλες οι σχετικές μελέτες, σε περίπτωση πυρηνικής πολεμικής αναμέτρησης με το αντίπαλο σοβιετικό μπλοκ, το πλήγμα από πλευράς ΝΑΤΟ, είτε ως ανταποδοτικό προηγηθείσας σοβιετικής επίθεσης είτε ως πρώτη επιθετική ενέργεια, όφειλε να είναι μαζικό και ακαριαίο, με ταυτόχρονο πυρ από όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις. Σε αντίθετη περίπτωση, και ειδικά στο σενάριο της πρώτης επιθετικής ενέργειας, εάν το πλήγμα ήταν σποραδικό και ασυγχρόνιστο, οι Σοβιετικοί θα είχαν τον αναγκαίο χρόνο ώστε να ανασυνταχθούν και να ανταπαντήσουν με ένα εξίσου μαζικό πλήγμα από τις μονάδες τους που δε θα είχαν πληγεί. Το πρόβλημα, τώρα, ήταν ότι τα πυρηνικά υποβρύχια, τα οποία αποτελούσαν την «αιχμή του δόρατος» του πυρηνικού οπλοστασίου του NATO (και σε μικρότερο βαθμό και των Σοβιετικών), περιπολούσαν συνήθως σε βάθη που κανένα από τα υπάρχοντα τηλεπικοινωνιακά μέσα δεν ήταν ικανό να φτάσει. Για το λόγο αυτό, όλα τα υποβρύχια ήταν υποχρεωμένα να αναδύονται ανά τακτά, προκαθορισμένα χρονικά διαστήματα σε μικρότερα βάθη, ώστε να επικοινωνούν με την κεντρική διοίκηση και να λαμβάνουν τυχόν νέες οδηγίες. Η προφανής αδυναμία της μεθόδου αυτής ήταν ότι σε περίπτωση αναπάντεχης πολεμικής σύρραξης πολλά από τα υποβρύχια που έπλεαν σε μεγάλα βάθη (ώστε να μην εντοπίζονται) δε θα υπήρχε τρόπος να ειδοποιηθούν άμεσα, και όταν πλέον αυτά θα αναδύονταν για λήψη οδηγιών θα ήταν πολύ αργά.

 

Το πρόγραμμα "Sanguine" είχε σχεδιαστεί ώστε να δώσει λύση σε αυτό ακριβώς το πρόβλημα. Η βασική ιδέα πίσω από το όλο πρόγραμμα είχε, σε (πολύ) γενικές γραμμές, ως εξής: Κατασκευάζοντας μερικές εκατοντάδες υπόγεια τοποθετημένους πομπούς κυμάτων ELF, τα οποία όπως είπαμε διαπερνούν χωρίς δυσκολία τα διάφορα γεωμορφικά εμπόδια και διαδίδονται και στο εσωτερικό της Γης, το USN θα είχε τη δυνατότητα να επικοινωνεί ανά πάσα στιγμή ακόμα και με τα ευρισκόμενα σε μεγάλο βάθος κατάδυσης υποβρύχια του, χωρίς η επικοινωνία αυτή να παρεμποδίζεται από τον τεράστιο όγκο νερού που θα παρεμβαλλόταν. Η όλη ιδέα ήταν αρκετά απλή, υπήρχαν ωστόσο και μερικά φαινομενικά αξεπέραστα τεχνικά εμπόδια. Λόγω του τεράστιου μήκους κύματος των κυμάτων ELF, για να δημιουργηθεί ένα παγκόσμιας εμβέλειας αξιοποιήσιμο σήμα, κάθε τέτοιος πομπός θα έπρεπε να διαθέτει μια αντένα μήκους πολλών δεκάδων χιλιομέτρων. Το πρόβλημα αυτό ξεπεράστηκε μερικώς με τη βοήθεια του Νικολάου Χριστοφίλου, ενός ιδιοφυούς Έλληνα επιστήμονα που εργαζόταν για λογαριασμό του αμερικανικού Υπουργείου Άμυνας.

 

Για τη συγκεκριμένη και για άλλες έρευνες του εξαίρετου αυτού Έλληνα επιστήμονα, που ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του ως μηχανικός ανελκυστήρων στην Αθήνα και κατέληξε διάσημος φυσικός στην Αμερική, μπορείτε να διαβάσετε εδώ: http://www.mlahanas.de/Greeks/new/Christofilos.htm. Και, αν διαβάζοντας τη βιογραφία του ανθρώπου αυτού μελαγχολήσετε, κάνοντας ασυναίσθητα μια σύγκριση με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα μας, σταματήστε για λίγο να διαβάζετε και αναλογιστείτε το νόημα των λέξεων «αξιοκρατία» και «οργάνωση». Μετά, κοιτάξτε έξω από το παράθυρο σας.

 

Η ιδέα του Έλληνα επιστήμονα συνίστατο στο ότι κάμποσες δεκάδες χιλιόμετρα σύρματος μιας τέτοιας αντένας θα μπορούσαν να υποκατασταθούν από το ίδιο το υπέδαφος της Γης, το οποίο είναι αγώγιμο ως προς τα κύματα ELF. Ακόμα κι έτσι, ο αριθμός των απαιτούμενων πομπών έφτανε τους 240, συνολικής ισχύος 800 MegaWatt και συνολικής καλυπτόμενης από τις αντένες έκτασης 20000 τετραγωνικών μιλίων. Το 1969, όμως, σημειώθηκε μια μείζονος σημασίας επιστημονική ανακάλυψη που επέτρεψε τη δραστική μείωση των απαιτούμενων αυτών μεγεθών. Η φύση της ανακάλυψης αυτής δεν έγινε ποτέ γνωστή. Γεγονός, πάντως, είναι ότι το αρχικό "Project Sanguine" υπέστη πολλαπλές τροποποιήσεις, και κατά την πορεία μακροχρόνιων δοκιμών άλλαξε αρκετά ονόματα. Έτσι, το 1975 μετονομάστηκε σε πρόγραμμα "SEAFARER" (Surface ELF Antenna For Addressing REmotely-deployed Receivers), με κύρια διαφοροποίηση από το αρχικό "Sanguine" στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με εκείνο, οι πομποί με τις αντένες τους προβλεπόταν να είναι τοποθετημένοι, όχι στο υπέδαφος, αλλά στην επιφάνεια της Γης. Εναλλακτικά, αντιπροτάθηκε την ίδια εποχή το πρόγραμμα "PISCES" (Pacific Inertia Strategic Communications ELF System), στο οποίο προβλεπόταν η χρησιμοποίηση των ήδη υπαρχόντων καλωδίων μεταφοράς ρεύματος υψηλής τάσης από το Oregon στο Los Angeles (περίπου 1400 χιλιόμετρα), σε ρόλο γιγάντιας αντένας.

 

Ανάμεσα στις διάφορες παραλλαγές, δοκιμάστηκε και ένα πρόγραμμα με την κωδική ονομασία "SHELF". Μιας και τα χαρακτηριστικά του προγράμματος αυτού σχετίζονται με τη μετέπειτα συζήτηση μας γύρω από τα έργα της σπηλιάς της Πεντέλης, ας δούμε τη βασική του περιγραφή. Μεταφράζουμε από τη σελίδα http://www.plrc.org/docs/941005B.pdf: «Σε κάποια εποχή, το Ναυτικό διερεύνησε την προοπτική ενός υπερπροστατευμένου συστήματος ELF (Super Hard ELF system - SHELF), θαμμένου σε υπόγειες σήραγγες ένα μίλι κάτω από την επιφάνεια της Γης, ώστε αυτό να είναι εξαιρετικά ανθεκτικό (σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου). Ο Αντιναύαρχος Gordon R. Nagler, διευθυντής τότε του κλάδου Διοίκησης και Ελέγχου του Ναυτικού (Command and Control), δήλωσε ότι διερευνάτο η προοπτική «ενταφιασμού» του SHELF σε βάθος δύο μιλίων υπό την επιφάνεια του εδάφους. Ο πομπός και η αυτόνομη μονάδα παραγωγής ισχύος του SHELF επρόκειτο να βρίσκονται επίσης θαμμένοι υπό το έδαφος. Αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια ξοδεύτηκαν (μιλάμε για τη δεκαετία του 1970) στη διερεύνηση του SHELF, και η έρευνα γύρω από αυτό είναι γνωστό ότι συνεχιζόταν έως και τα τέλη του 1978.» Σημειώστε εδώ ότι τα έργα της σπηλιάς ξεκίνησαν το 1977. Αλλά, πριν φτάσουμε στα έργα, ας δούμε τι απέγινε τελικά με το τηλεπικοινωνιακό σύστημα του USN.

 

Υπήρξαν αρκετές άλλες, εναλλακτικές ή και συμπληρωματικές προτάσεις σε σχέση με το όλο πρόγραμμα. Μεταξύ άλλων, προτάθηκε και η δημιουργία ενός φορητού τηλεπικοινωνιακού συστήματος ELF, τους πομπούς και τις αντένες του οποίου θα έφεραν στρατιωτικά φορτηγά που σε περίπτωση ανάγκης θα αναπτύσσονταν κατά μήκος των αυτοκινητοδρόμων. Ένα άλλο ανάλογο πρόγραμμα προέβλεπε την ανάρτηση και ανύψωση των, μήκους χιλιομέτρων, καλωδίων που θα έπαιζαν το ρόλο αντένας από ειδικά, κατασκευασμένα για το σκοπό αυτό αερόστατα. Πολύ λίγα πράγματα έγιναν γνωστά σχετικά με την τύχη και τις τυχόν υλοποιήσεις των παράπλευρων αυτών προγραμμάτων. Εκείνο που είναι γνωστό και δεδομένο, όμως, είναι ότι το κυρίως σύστημα, με κωδική ονομασία "Project ELF" πλέον, λειτούργησε δοκιμαστικά για πρώτη φορά τον Μάρτιο του 1986 και έγινε πλήρως επιχειρησιακά ενεργό τον Οκτώβριο του 1989 (σημείωση: τον Αύγουστο του 1990 ξεκίνησαν για δεύτερη φορά έργα στη σπηλιά, τα οποία σταμάτησαν λίγο αργότερα). Η καρδιά του όλου συστήματος ήταν δύο πομποί, ο ένας στην πολιτεία του Wisconsin και ο άλλος στη γειτονική πολιτεία του Michigan (κατασκευάστηκαν και μερικοί άλλοι πομποί, μικρότερης δυναμικότητας ή πειραματικοί).

 

Οι κεντρικές εγκαταστάσεις του πομπού στο Republic του Michigan.

 

Η λύση που είχε επιλεγεί ήταν η ανάρτηση των καλωδίων της αντένας κάθε πομπού σε στύλους, τοποθετημένους σε ευθεία γραμμή στην επιφάνεια του εδάφους. Ο πομπός του Wisconsin είχε αντένα συνολικού μήκους σύρματος 45 χιλιομέτρων, ενώ εκείνος του Michigan είχε αντένα διπλάσιου ακριβώς μήκους, 90 χιλιομέτρων.

 

Τα σύρματα της κάθε αντένας έμοιαζαν με απλά ηλεκτροφόρα καλώδια.

 

Η επιλογή των τοποθεσιών εγκατάστασης των πομπών δεν ήταν, βεβαίως, τυχαία. Υλοποιώντας την ιδέα του Έλληνα επιστήμονα Νικολάου Χριστοφίλου, το USN είχε επιλέξει τις συγκεκριμένες τοποθεσίες με βάση το ότι στο μεταξύ τους υπέδαφος παρεμβαλλόταν ένα μεγάλο και παχύ στρώμα γρανίτη. Η χαμηλή ηλεκτρική αγωγιμότητα του γρανίτη εξανάγκαζε το ρεύμα που διοχετευόταν από τις γειωμένες άκρες της αντένας κάθε πομπού να διαγράφει μια μεγάλη διαδρομή στο υπέδαφος, σημειώνοντας έτσι ένα μεγάλο «λουπ» στο εσωτερικό της Γης (υπολογίστηκε ότι το λουπ αυτό έφτανε σε βάθος τριών περίπου χιλιομέτρων). Το χαρακτηριστικό αυτό χάριζε στο σύστημα πολύ μεγαλύτερη ισχύ και εξοικονομούσε και πολλές δεκάδες χιλιομέτρων καλωδίου. Οι πομποί λειτουργούσαν σε συνδυασμό ο ένας με τον άλλο, μπορούσαν όμως και να λειτουργήσουν αυτόνομα σε περίπτωση ανάγκης, έχοντας μικρότερη εμβέλεια στην περίπτωση αυτή. Τα κύματα ELF που παράγονταν διαδίδονταν στην Ιονόσφαιρα. Από την Ιονόσφαιρα, πάλι, διαδίδονταν δια μέσω της ατμόσφαιρας στο εσωτερικό της Γης, ακολουθώντας τις γραμμές του γεωμαγνητικού πεδίου, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα τελλουρικά ρεύματα (μπορούμε να φανταστούμε τη διάδοση τους κατ' αναλογία των κεραυνών, τα ηλεκτρικά φορτία των οποίων γεφυρώνουν το στρώμα της ατμόσφαιρας μεταξύ νεφών και εδάφους). Ο τρόπος διάδοσης των παραγόμενων κυμάτων ELF επεξηγείται στο παρακάτω σχήμα:

 

 

Όπως φαίνεται στο σχήμα, η κυρίως μετάδοση επιτυγχάνονταν δια μέσω της Ιονόσφαιρας (για την ακρίβεια, τα κύματα ανακλώνταν από την Ιονόσφαιρα), και από αυτή στο υπέδαφος και τον υποθαλάσσιο χώρο. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το σήμα μπορούσε να φτάσει και στα υπό κατάδυση υποβρύχια, τα όποια είχαν εν τω μεταξύ εφοδιαστεί με ειδικές για το σκοπό αυτό κεραίες λήψης.

 

Αν και τα κύματα ELF που παράγονταν από τους πομπούς ταξίδευαν με την ταχύτητα περίπου του φωτός, το όλο σύστημα μετάδοσης μηνυμάτων ELF ήταν αρκετά αργό. Ο λόγος ήταν ότι απαιτούταν σημαντικό χρονικό διάστημα για τη συσσώρευση του αναγκαίου ηλεκτρικού δυναμικού προς αποστολή σημάτων. Το σύστημα εξέπεμπε κύματα ELF βασικής συχνότητας 76 Hz (κύκλων ανά δευτερόλεπτο). Από τη βασική αυτή συχνότητα, η εκπομπή έπεφτε στα 72 Hz και ανέβαινε στα 80 Hz, αποστέλλοντας κατά τον τρόπο αυτό μια σειρά από «άσσους» και «μηδενικά» σε δυαδικό αριθμητικό σύστημα (όπως αυτό που χρησιμοποιούν οι υπολογιστές). Αυτά τα «bits» πληροφοριών συνδυάζονταν σε «bytes» των 5 bit, ώστε να κωδικοποιούν τα γράμματα του αλφαβήτου (ένα byte των 5 bit μπορεί να κωδικοποιήσει 32 διαφορετικούς συνδυασμούς). Η μέση ταχύτητα μετάδοσης του συστήματος ήταν 16 bits ανά δευτερόλεπτο.

 

Το σύστημα ELF είχε σχεδιαστεί ώστε να λειτουργεί σαν ένα παγκόσμιο «καμπανάκι ανάγκης». Το τεράστιο μήκος κύματος των σημάτων που εξέπεμπε καθιστούσε εφικτή την επικοινωνία, εκτός των υπό κατάδυση υποβρυχίων, και με οποιοδήποτε άλλο σημείο της Γης (πλοία, βάσεις τηλεπικοινωνιών κλπ.), ενώ το ίδιο αυτό τεράστιο μήκος κύματος καθιστούσε το μπλοκάρισμα του όλου συστήματος, με χρήση ηλεκτρομαγνητικών αντιμέτρων από πλευράς Σοβιετικών, αδύνατο. Σημειωτέον ότι το σύστημα λειτουργούσε αδιαλείπτως, εκπέμποντας διαρκώς κύματα ELF, ακόμα και όταν αυτά δεν κωδικοποιούσαν κανένα μήνυμα. Σε αντίθετη περίπτωση, αν το σύστημα εξέπεμπε κύματα μόνο κατά την αποστολή μηνυμάτων, το σοβιετικό μπλοκ θα μπορούσε να ανιχνεύει τις εξάρσεις εκπομπής κυμάτων ELF και να επαγρυπνά αναλόγως.

 

Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η (γνωστή) ιστορία και ο τρόπος λειτουργίας του τηλεπικοινωνιακού συστήματος ELF του USN. Αν, τώρα, απορείτε για τον παρατατικό χρόνο που χρησιμοποιήθηκε στην περιγραφή αυτή, θα πρέπει να γνωρίζετε ότι τον Σεπτέμβριο του 2004 το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό εξέδωσε ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία η λειτουργία του όλου συστήματος σταματούσε οριστικά (http://www.nukeresister.org/static/nr135/135elfcloses.html). Ένα μήνα αργότερα, τον Οκτώβριο του 2004, ανακοινώθηκε και στη χώρα μας η απόδοση στον Δήμο Βριλησσίων του χώρου της υπόγειας ναυτικής βάσης τηλεπικοινωνιών που βρισκόταν στους πρόποδες της Πεντέλης (ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΕΑ ΜΑΡΤΙΟΥ 2005).

 

Στα κύματα ELF και σε μερικές από τις ενδιαφέρουσες ιδιότητες τους θα επανέλθουμε λίγο παρακάτω, είναι όμως ευκαιρία στο σημείο αυτό, μιας και αναφερόμαστε στις στρατιωτικές τηλεπικοινωνίες, να επιστρέψουμε στην Πεντέλη, και συγκεκριμένα στο χώρο του σταθμού τηλεπικοινωνιών που λειτουργούσε πριν από χρόνια στην κορυφή της.

 

Ο σταθμός εγκαταστάθηκε στην κορυφή της Πεντέλης το 1952 και διέκοψε πλήρως τη λειτουργία του κάπου τον χειμώνα του 2001 (σύμφωνα πάντως με κάποιες πληροφορίες, ο σταθμός είχε πρακτικά σταματήσει να λειτουργεί ήδη από το 1999), ενώ τα «πιάτα» του απομακρύνθηκαν από την κορυφή του βουνού τον Ιούνιο του 2004 (ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΕΑ ΙΟΥΝΙΟΥ 2004). Λίγο μετά τη διακοπή της λειτουργίας του, οι χώροι με τις εγκαταστάσεις του -πρακτικά αφύλακτου πλέον- σταθμού βρέθηκαν κυριολεκτικά λεηλατημένοι.

 

Όμως, ας κάνουμε εδώ μία σύντομη περιήγηση στους χώρους αυτούς (οι φωτογραφίες που ακολουθούν τραβήχτηκαν τον Ιούνιο του 2004):

 

Το κτίριο των κοιτώνων και του χώρου εστίασης του σταθμού.

Οι δεξαμενές πετρελαίου τροφοδοτούσαν ηλεκτρογεννήτριες.

 

Το εσωτερικό του χώρου εστίασης. Εικόνα μακρόχρονης εγκατάλειψης.

 

Ο χώρος των ηλεκτρογεννητριών. Εγκατάλειψη κι εδώ.

 

Ένα από τα «πιάτα» που έστεκε ακόμα στη θέση του.

Η θέα προς τα βορειοανατολικά είναι εκπληκτική.

 

Το ψηλότερο σημείο της Πεντέλης. Ύψος: 1109 μέτρα.

 

Ο εγκαταλελειμένος και λεηλατημένος χώρος ελέγχου του σταθμού.

Προσέξτε τα σκουριασμένα φωτιστικά σώματα που κρέμονται από την οροφή.

 

Ένα από τα μηχανήματα του χώρου ελέγχου, ανοιγμένο και ξεχαρβαλωμένο.

 

Από τις παραπάνω φωτογραφίες, που δείχνουν τη μακρόχρονη εγκατάλειψη των χώρων του σταθμού, αλλά και από άλλες σχετικές παρατηρήσεις (π.χ. κυκλοφορία αυτοκινήτων από και προς το σταθμό) συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο σταθμός αυτός θα πρέπει, ήδη αρκετά πριν την τελική του απενεργοποίηση το 2001, να υπολειτουργούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα.

 

Ο σταθμός τηλεπικοινωνιών Πεντέλης, τώρα, (αποκαλούμενος καταχρηστικά και "RADAR" Πεντέλης την εποχή που βρισκόταν εν λειτουργία) εξυπηρετούσε βασικά ΝΑΤΟϊκές τηλεπικοινωνίες, με τα «πιάτα» του να χρησιμεύουν ως επιφάνειες εστίασης τηλεπικοινωνιακών κυμάτων (κατ' αναλογία του τρόπου λειτουργίας των δορυφορικών τηλεοπτικών κεραιών). "FS Πεντελικού" ήταν η επίσημη ονομασία του, όπου FS αντιστοιχεί σε "Frequency Station" - "Σταθμός Συχνοτήτων", κατά λέξη. Ο συγκεκριμένος σταθμός είναι γνωστό ότι λειτουργούσε σε συνεργασία με την πρώην γειτονική βάση της Νέας Μάκρης, κατά πάσα πιθανότητα και με την -πρώην επίσης- υπόγεια ναυτική τηλεπικοινωνιακή βάση στους πρόποδες της Πεντέλης (στη γωνία μεταξύ λεωφόρων Πεντέλης και Αναπαύσεως). Είναι, λοιπόν, λογικό να υποθέσει κανείς ότι η σταδιακή μείωση των επιχειρησιακών λειτουργιών του σταθμού Πεντέλης είχε ξεκινήσει ταυτόχρονα με την απενεργοποίηση της βάσης της Νέας Μάκρης το 1990.

 

Άσχετα με όλα αυτά, στο χώρο του σταθμού, και σε απόσταση λίγων δεκάδων μέτρων από τα υπόλοιπα κτίρια, υπάρχει ένα κτίσμα, η κατάσταση και η προϊστορία του οποίου γεννούν ερωτήματα. Πρόκειται για το μικρό εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα, που είχε κτιστεί στην κορυφή της Πεντέλης περί τα μέσα του 20ου αιώνα:

 

 

Μεγάλες πέτρες και τούβλα φράσσουν τα παράθυρα του εκκλησιδίου, ενώ μέρος της λιθοδομής του τρούλου που λείπει αποκαλύπτει τον υποκείμενο τσιμεντένιο σκελετό. Το εν λόγω εκκλησάκι περιβαλλόταν ως τα μέσα της δεκαετίας του 2000 από πλήθος κεραιών:

 

 

Ανοίγοντας, δε, τη βαριά σιδερένια πόρτα (της οποίας η κλειδαριά είχε σπάσει) και εισερχόμενος κανείς στο εσωτερικό του, βρισκόταν προ εκπλήξεως. Το πλήρως απογυμνωμένο εσωτερικό καταλάμβανε ολοκληρωτικά σχεδόν ένα μεγάλο κοντέινερ:

 

 

Το κοντέινερ αυτό απομακρύνθηκε κάπου μεταξύ 2004 και 2005, αφού πρώτα είχε εκκενωθεί...

 

 

...από τις διάφορες ηλεκτρονικές συσκευές που περιείχε αρχικά, μεταξύ των οποίων και πομποδέκτες.

 

Είναι προφανές ότι το εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα είχε χρησιμοποιηθεί ως προκάλυμμα, προκειμένου να στεγάσει στο εσωτερικό του τα μηχανήματα αυτά. Χωρίς να πούμε τίποτα περισσότερο, επισημαίνουμε δύο μόνο παραμέτρους του όλου θέματος:

 

Ο σταθμός τηλεπικοινωνιών Πεντέλης, αν και επανδρωνόταν από προσωπικό της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας, υπαγόταν και συμμετείχε επιχειρησιακά στο ΝΑΤΟ, συνεργαζόμενος και με την πρώην αμερικανική βάση της Νέας Μάκρης.

 

Υπάρχει η πληροφορία ότι το εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρα υπαγόταν στη δικαιοδοσία της ΕΥΠ (ΒΛΕΠΕ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ). Με την πληροφορία αυτή συνηγορούν και τα όσα αναφέρονται από τον Αρχιμανδρίτη της Μονής Πεντέλης Τιμόθεο Κιλίφη στο βιβλίο του "Πεντέλη" (ΒΛΕΠΕ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «Όσον αφορά τη βεβήλωση του υπέροχου αυτού ναϊδρίου, που αποτελούσε κόσμημα στην κορυφή του πεντελικού βουνού και έχει συνδεθεί με συγκινητικές στιγμές των παλιών Πεντελιωτών, έχω να παρατηρήσω με όση μπορώ αυστηρότητα, ότι η βεβήλωση δεν έγινε από αλλόδοξους ή αλλόφυλους, αλλά από Έλληνες και μάλιστα ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ υπηρεσίες (ο τονισμός με κεφαλαία γράμματα είναι του συγγραφέα του βιβλίου). Ντροπή. Παρακαλώ θερμά και επειγόντως ο αρμόδιος υπουργός να διατάξει έλεγχο και να αποκαταστήσει το βεβηλωμένο εκκλησάκι. Εάν δεν γίνει αυτό εντός ευλόγου διαστήματος, θα εγείρουμε θέμα μεγάλο...».

 

Όπως και να 'χει, ο σταθμός τηλεπικοινωνιών Πεντέλης έχει πια κλείσει. Στη θέση του, ως ένα ακόμα κομμάτι στο πάζλ της παράξενης αυτής ιστορίας, εγκαταστάθηκε το 2004 ένας πανάκριβος «Σταθμός Εποπτείας Φάσματος», με δυνατότητα ταυτόχρονης παρακολούθησης μεγάλου εύρους συχνοτήτων, ικανός να ανιχνεύει ακόμη και πολύ ασθενείς σχετικά εκπομπές ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων (ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΕΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2007).

 

Ο σταθμός τηλεπικοινωνιών στην κορυφή της Πεντέλης, άλλοτε.

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ