ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

Η αδελφότητα της σπηλιάς (μέρος Θ')

 

 

Άγνωστο είναι και το σε τι κατάσταση βρήκαν οι ασκητές τη σπηλιά. Όπως συζητήσαμε, είναι αρκετά πιθανό στο χώρο να υπήρχε κατά την αρχαιότητα κάποιος ναΐσκος αφιερωμένος στον Πάνα, κτισμένος ενδεχομένως στο ίδιο σημείο όπου λαξεύτηκαν οι χριστιανικές παραστάσεις και αργότερα θεμελιώθηκαν τα εκκλησίδια. Αν και κανένα άμεσα επιβεβαιωτικό της άποψης αυτής στοιχείο δεν έχει βρεθεί, σωζόταν έως και τη δεκαετία του 1950, παραπεταμένος στο Ιερό του Αγίου Σπυρίδωνα, ένας ημιτελής ανάγλυφος αρχαίος κιονίσκος που ίσως κάποτε αποτελούσε ή προοριζόταν να αποτελέσει τμήμα ενός τέτοιου κτίσματος. Όπως μας πληροφορεί ο Γεώργιος Λαδάς (ΒΛΕΠΕ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ):

 

 

...Έτερον λίαν σημαντικόν ίχνος της αρχαίας εποχής, νυν το πρώτον δημοσιευόμενον, είναι μαρμάρινος κιονίσκος μετά συμφυούς τριπλεύρου βάσεως, φέρουσης εφ' εκάστης των πλευρών αυτής ανάγλυφον παράστασιν. Ύψος κιονίσκου 0,28 μ., περίμετρος αυτού 0,61. Ύψος της βάσεως 0,21, πλάτος δε, της προσθίας όψεως της οποίας εικονίζεται ανάγλυφος βους ολόσωμος 0,32. Των δε ετέρων δύο πλευρών εφ' ων παρίσταται ανήρ (λατόμος) όρθιος φέρων φρυγικόν πίλον (όμοιον με τον επί του βράχου της σπηληάς του Νυμφολήπτου, παρά την Βάρην) κρατών δάδα, και έτερος ανήρ. Πλάτος εκάστης των δύο τούτων πλευρών 0,23 μ. Η μια των γωνιών της βάσεως, εκείνη ήτις ήτο συμφυής με τον βράχον, είναι ανωμάλως τεθραυσμένη εις πλάτος 0,05 - 0,12 μ.

 

Το έργον τούτο δεν έχει περατωθή, είναι καλής τέχνης του 4ου π.Χ. αιώνος. Εις τι επρόκειτο να χρησιμοποιηθή δεν δύναται τις να καθορίση μετ' ασφαλείας, καθ' υμάς πρόκειται περί αρχαίου λ υ χ ν ο σ τ ά τ ο υ, τον οποίον έγλυψαν απ' ευθείας επί του βράχου και αφήκαν ημιτελή επ' αυτού, ένθα ίσως υπήρχον και άλλοι κατά την αρχαιότητα προς χρήσιν των λατόμων.

 

Ο περιγραφείς κιονίσκος ούτος κείται ερριμένος εις σκοτεινήν γωνίαν του ιερού βήματος της επί του βράχου αρχαιοτέρας εκκλησίας (Αγίου Σπυρίδωνα)...

 

 

 

Η πιθανολογούμενη -ως λυχνοστάτη- χρήση του κιονίσκου ταιριάζει με την υπόθεση ότι αυτός θα μπορούσε ίσως να είχε αποτελέσει στοιχείο κάποιου αρχαίου Ιερού της σπηλιάς. Από την άλλη, σύμφωνα με τους περιηγητές, τέτοια ημίεργα αρχαία υπολείμματα υπήρχαν παλαιότερα παραπεταμένα κατά δεκάδες στην ευρύτερη περιοχή των αρχαίων λατομείων, οπότε κάλλιστα και ο συγκεκριμένος κιονίσκος θα μπορούσε να προοριζόταν για χρήση σε κάποιο απομακρυσμένο της Πεντέλης σημείο, και για άγνωστους λόγους να είχε εγκαταλείφθεί ημιτελής εκεί.

 

Ας επιστρέψουμε, όμως, στις παραστάσεις των εκκλησιδίων, και ας ολοκληρώσουμε την εξέταση και αξιολόγηση τους, σημειώνοντας ορισμένες ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες.

 

Όσον αφορά τους δύο λαξευμένους αγγέλους, είναι αξιοπρόσεκτο το ότι ο δεξιά εμφανίζεται να φέρει, όχι φωτοστέφανο, αλλά ασυνήθιστο διάδημα με φοινικοειδή, όπως τα χαρακτήριζε ο καθηγητής Σωτηρίου σχέδια, ενώ ο αριστερά άγγελος, που έχει θηλυκά μάλλον χαρακτηριστικά (εξ ου και η σημείωση περί ομοιότητας με τις Τύχες στις προσωποποιήσεις πόλεων), φέρει στέμμα.

 

Φωτογραφίες από ανάγλυφα αντίγραφα -όχι «αρνητικά» εκμαγεία- των λαξευμένων αγγέλων είχε

παρουσιάσει ο καθηγητής Νικόλαος Μουτσόπουλος σε σχετικό με τα εκκλησίδια άρθρο του στο περιοδικό

"Ζυγός", τεύχος 50, έτος 1960 (αντίτυπο υπάρχει στη βιβλιοθήκη της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών).

 

Πρόκειται οπωσδήποτε για αρκετά ασυνήθιστες απεικονίσεις αγγέλων. Ποιος ξέρει τι να είχε κατά νου ο άνθρωπος που τους λάξευε τόσους αιώνες πριν στον ερημικό βράχο της σπηλιάς... Να ήταν, άραγε, ο ίδιος που σκάλισε και τις επιγραφές;

 

Σε σχέση με το νόημα της πρώτης από τις επιγραφές αυτές, έχουν διατυπωθεί διαφωνίες. Ο καθηγητής Σωτηρίου την ανέγνωσε ως:

 

 

...σχολιάζοντας: «Αι επιγραφαί είνε εγχάρακτοι, το σχήμα των γραμμάτων αρχαιότροπον, δύνανται δε να μαρτυρήσουν την αρχαίαν υπό χριστιανών ασκητών χρησιμοποίησιν του σπηλαίου. Το όνομα ή τα ονόματα της πρώτης επιγραφής δεν συμπληρούνται ευκόλως· ίσως το πρώτον γράμμα ετέθη αντί του Κ (Κωνσταντίνου;) ή το τέλος δύναται να δώσει το όνομα τούτο. Η τελευταία λέξις σαφώς αναγιγνωσκομένη: επινυχίαν : θα ηδύνατο ν' αποδωθή εις τα ανάγλυφα (επινύσσω = κεντώ επί της επιφανείας).»

 

Ο Γ. Λαδάς, πάλι, είχε αναγνώσει την επιγραφή ως (ΒΛΕΠΕ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ):

 

 

...και σχολίαζε: «...Στιχ. 1. Σεπτεμίνος μάρτυς, μετ' άλλων συμμαρτυρήσας το έτος 294 μ. Χ. κατά τον Συναξαριστήν... ...Στιχ. 2. Μόνον δύο αναγνώσεις επιδέχεται η λέξις αύτη ή ΔΙΕ = φοβούμαι (βλ. Ομήρου Ιλιάς Ι 433 και Λ 557 "δίε νηυσίν Αχαιών", και αυτόθι Ε 566 "περί γαρ δίε ποιμένι λαών") ή ΑΤΕ οπόταν δυνατόν να αποτελή συνέχειαν της εκείθεν του σταυρού λέξεως ΔΕ και ίσως (ως ιδιωματισμός) δύναται να εχαράχθη ΔΕ[Ξ]ΑΤΕ αντί του Δέξασθε. Στιχ. 3. ΕΠΙΝΥΧΙΑΝ, νύχιος = νυκτερινός (παρά Σουΐδα), και νυχεύω = αγρυπνώ, νυκτερεύω. Κατά ταύτα εάν η τελευταία λέξις του 2ου στίχου είναι ΔΙΕ, η έννοια της επιγραφής, καθ' ημάς έχει ούτω:

Χριστέ βοήθι τον δούλον σου Σεπτεμίνον, αμήν

και τους μετά αυτόν Δέσποτα βοήθησον, τους εν φόβω,

Χριστέ τελούντας την νυκτερινήν αγρυπνίαν.»

 

Για το περιεχόμενο της δεύτερης επιγραφής, δεν υπάρχουν αμφιβολίες ή διαφωνίες:

 

 

 

Όπως σημείωνε ο καθηγητής Σωτηρίου: «Η δευτέρα επιγραφή είναι ο 1 στ. του 90ου ψαλμού (του Δαυίδ): "Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου εν σκέπη του Θεού του Ουρανού αυλισθήσεται"· πιθανώς δε από σκοπού μετεβλήθη υπό του ασκητού, θελήσαντος ίσως να παραστήση εαυτόν ως κατοικούντα εκεί τη βοηθεία του Υψίστου και έχοντα σκέπην τον Ουρανόν.» Το ενδιαφέρον σε σχέση με την επιγραφή αυτή είναι ότι ο ψαλμός του οποίου αποτελεί τον πρώτο στίχο (δηλαδή, ο 90ος του Δαυίδ - http://www.pigizois.net/vivlia/psalmoi_david/081_090.htm) αποτελεί μία δέηση προς τον Θεό περί προστασίας του δεόμενου, εμπεριέχοντας φράσεις που ταιριάζουν πολύ, αφενός με την κατά Γ. Λαδά ανάγνωση της πρώτης επιγραφής («βοήθησον, τους εν φόβω, Χριστέ τελούντας την νυκτερινήν αγρυπνίαν»), αφετέρου με τους παρακείμενα λαξευμένους αγγέλους, ίσως ακόμα και με την αίσθηση που δημιουργούσε ο χώρος του σπηλαίου στον ασκητή. Φράσεις όπως: «Ού φοβηθήσει από φόβου νυκτερινού, από βέλους πετομένου ημέρας, από πράγματος εν σκότει διαπορευομένου, από συμπτώματος και δαιμονίου μεσημβρινού.» και «Ού προσελεύσεται προς σε κακά, και μάστιξ ούκ εγγιεί εν τω σκηνώματί σου. Ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου, του διαφυλάξαι σε εν πάσαις ταις οδοίς σου.» Ίσως τελικά να μην είναι συμπτωματικό το γεγονός ότι η επιφάνεια στην οποία λαξεύτηκαν οι παραστάσεις κοιτάζει προς το βάθος του σπηλαίου. Προς το εσωτερικό του σπηλαίου βρίσκεται, εξάλλου, στραμμένο και το Ιερό του Αγίου Νικολάου, που κτίστηκε αιώνες αργότερα. Αλλά, θα φτάσουμε κι εκεί, στην πορεία αυτής της συζήτησης.

 

Περισσότερα ερωτήματα από τις απεικονίσεις των αγγέλων και τις επιγραφές προκαλεί η ομάδα των τεσσάρων σχεδίων που βρίσκονται σκαλισμένα κάτω δεξιά του κυρίως όγκου των παραστάσεων. Το γεγονός ότι το σχήμα του σταυρού επαναλαμβάνεται δύο φορές, ακολουθούμενο πρώτα από ένα σκάλισμα σχήματος καρδιάς ή καρδιόσχημου δοχείου από το οποίο εξέχει ένα τσαμπί σταφύλι, και έπειτα από ένα πουλί, που με το ράμφος του αγγίζει το γραμμοειδές χάραγμα που ξεκινά από το άνω σκέλος του δεύτερου σταυρού, δεν αφήνει αμφιβολίες για το ότι δεν έχουμε να κάνουμε με ασύνδετα σχέδια αλλά με μία συνολική παράσταση που φέρει κάποιο νόημα. Τι νόημα, όμως;

 

Ως προς το ερώτημα αυτό, μόνο υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν. Ο Δ. Καμπούρογλου, στο άρθρο του "Το μονοπάτι της σπηλιάς", που είδαμε στην αρχή της ενότητας, διατύπωσε την άποψη ότι ο ασκητής της σπηλιάς κατέγραψε με τα σκαλίσματα την προσωπική του ιστορία, υπονοώντας ότι ίσως ήταν κάποια ερωτική απογοήτευση που τον είχε οδηγήσει στο να πάρει το δρόμο της σπηλιάς και του ασκητισμού («Αλλά κοντά στο τσαμπί είναι λαξευμένο και ένα περιστεράκι, και το τσαμπί βγαίνει από ένα βάζο που έχει το σχήμα καρδιάς! Δυστυχισμένε ασκητή, χωρίς να το θέλης μας εξεμυστηρεύθης τον πόνον σου. Αυτή είναι η ιστορία σου όλη κι όλη.»).

 

Πρόκειται για μία μάλλον ρομαντικής διάθεσης ερμηνεία. Εμείς απλώς θα υπενθυμίσουμε εδώ ότι, όπως είδαμε σε προηγούμενη ενότητα, και στο υπέρθυρο της σημερινής κεντρικής εισόδου των -κατά πολύ μεταγενέστερων- εκκλησιδίων, μεταξύ των σκελών του κεντρικά λαξευμένου συμβόλου, που αντιστοιχεί στα αρχικά του Ιησού Χριστού, σχηματίζεται έξι φορές το σχήμα της καρδιάς.

 

Αλλά, υπάρχει και κάτι το περίεργο στην όλη αναφορά του Καμπούρογλου περί του ασκητή που λάξευσε τις παραστάσεις στο βράχο της σπηλιάς, τόσους αιώνες πριν. Ο ιστορικός της Αθήνας τον κατονομάζει ως Νικόλαο, που άλλαξε το όνομα του σε Νικάνωρ μετά την εγκατάσταση του στη σπηλιά και την έναρξη του ασκητικού του βίου εκεί. Στο ίδιο άρθρο, αλλά και σε απόσπασμα βιβλίου του (ΒΛΕΠΕ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ), ο Καμπούρογλου, μέσα από μία ποιητικού-αλληγορικού τύπου αφήγηση, εμφανίζει τον Νικάνορα να διατηρεί τη νεότητα του πίνοντας από το «μαγεμένο νερό» της «λιμνούλας» του τριγωνικού τούνελ, να βλέπει περίεργες οπτασίες, και τελικά να σκοτώνεται προσπαθώντας μια νύχτα να πιάσει έναν αετό που φώλιαζε ψηλά στους βράχους («...Ο ασκητής, αφού εσταυροκοπήθηκε τρεις φορές, ήπιε απ' το νερό της γουβίτσας. Μα είχαν ακουμπήση σ' αυτήν τα χειλάκια της Νύμφης. Το νερό έγινε τότε αθάνατο και ο ασκητής γεράματα δεν είχε... ...Πόσες μετάνοιες να έκαμεν ο Ασκητής αυτός, δια να φύγη ο πειρασμός των ωραίων οπτασιών, τας οποίας ενόμιζεν, ότι τους τας στέλνει ο Διάβολος, ενώ του τας διωχέτευεν εις το αίμα του το μαγεμένον αυτό της σπηληάς νερόν!... ...Κι αν δεν γκρεμιζότανε κάποτε, θέλοντας να πιάση τη νύχτα έναν αητό που φώλιαζε στους βράχους, για να του βγάλη ένα φτερό να γράψη της αμαρτίες του, θάνατο δεν θα γνώριζε...»). Πώς θα μπορούσε ο Καμπούρογλου, που έζησε μεταξύ 19ου και 20ου αιώνα, να γνωρίζει για τον ασκητή της σπηλιάς, που είχε ζήσει 12-13 αιώνες πριν; Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μέρος των όσων αναφέρει αντιστοιχεί σε υποθετικά-φανταστικά γεγονότα, που σκοπό είχαν να γεμίσουν τα κενά της αφήγησης και να αναπλάσουν την ιστορία κατά τρόπο γλαφυρό, η σαφής αναφορά του ονόματος του ασκητή και ο προσδιορισμός του τρόπου θανάτου του είναι πολύ συγκεκριμένα σαν στοιχεία για μια τέτοια υποτιθέμενη αφηγηματική ανάπλαση. Τα στοιχεία αυτά -είτε είναι ακριβή είτε όχι- δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα σε καμία άλλη πηγή, ούτε και αναφέρονται από κάποιον άλλο μελετητή της ιστορίας της σπηλιάς. Και είναι άξιο προσοχής το ότι ο ακριβολόγος ιστορικός, που πάντοτε στήριζε τα γραφόμενα του με λεπτομερή παράθεση πηγών, στην προκειμένη περίπτωση δεν ανέφερε το παραμικρό ως προς την προέλευση των στοιχείων του.

 

Είναι πιθανό ο Καμπούρογλου να είχε αντλήσει τις πληροφορίες αυτές από συζητήσεις του με τους γεροντότερους από τους μοναχούς της μονής Πεντέλης - της μονής όπου είχε βαπτιστεί και την οποία δεν παρέλειπε να επισκέπτεται τακτικά. Εκεί, ίσως επιβίωναν ακόμα τότε κάποιες συγκεχυμένες αναμνήσεις από την αρχική ασκητική κοινότητα της σπηλιάς, αναμεμιγμένες ενδεχομένως με στοιχεία από σχετικές παραδόσεις και θρύλους. Εκεί, προφανώς, ο βραβευμένος ιστορικός που, όπως ο ίδιος δήλωνε, είχε συνδέσει τη ζωή του με τη σπηλιά της Πεντέλης, θα είχε αναζητήσει επίμονα τους απόηχους από το ξεχασμένο της παρελθόν.

 

Και πώς, άραγε, θα ένιωθε ο Καμπούρογλου αν με κάποιον τρόπο μάθαινε τη συνέχεια της ιστορίας της σπηλιάς αυτής, με την οποία είχε συνδεθεί τόσο; Σίγουρα θα είχε πολλά να ρωτήσει, να διηγηθεί και να συζητήσει. Αλλά, βέβαια, ίσως ο παλιός "αναδρομάρης" να τριγυρνάει ακόμα τις νύχτες στη σπηλιά, κουβεντιάζοντας με τον ασκητή, που κι αυτός θα επιστρέφει στον τόπο όπου είχε ζήσει κάποτε, και όπου μια αιωνιότητα πριν είχε σκαλίσει κάποιες επιγραφές σε ένα βράχο, αναζητώντας τον Θεό.

 

 

Είδαμε ως εδώ ορισμένα στοιχεία σχετικά με τον αρχικό πυρήνα των χριστιανών ασκητών που εγκαταστάθηκαν στη σπηλιά της Πεντέλης. Σύμφωνα με τα στοιχεία αυτά, ήταν κάπου τον 7ο αιώνα όταν μία ολιγομελής, κατά τα φαινόμενα, ασκητική κοινότητα εγκαθιδρύθηκε στο χώρο της σπηλιάς, είτε σταδιακά, με έναυσμα ίσως το παράδειγμα κάποιου αρχικού αναχωρητή (όπως αλλιώς αποκαλούνταν οι ασκητές) είτε ομαδικά εξαρχής. Είδαμε ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του βυζαντινολόγου καθηγητή Σωτηρίου αλλά και με ορισμένες άλλες παρατηρήσεις, είναι πολύ πιθανό η αρχική αυτή κοινότητα να απαρτιζόταν από Κόπτες, γεγονός που, όπως σημειώσαμε, έχει σημασία για τη συνέχεια της ιστορίας. Γιατί, μπορεί σήμερα η Κοπτική Εκκλησία (η οποία αντιπροσωπεύει το 6% των Αιγυπτίων, επανιδρυόμενη ουσιαστικά μετά την ανεξαρτητοποίηση της Αιγύπτου το 1805) να μην απέχει πολύ από τα δόγματα των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως όμως είδαμε, την εποχή κατά την οποία διαδραματίστηκαν τα γεγονότα που συζητάμε αρκετοί ήταν οι Κόπτες που διακατέχονταν από ανορθόδοξες για τον κορμό της τότε Εκκλησίας -αιρετικές, όπως χαρακτηρίστηκαν στην Δ' οικουμενική σύνοδο- θρησκευτικές πεποιθήσεις, απόηχους εν μέρει της αρχαίας αιγυπτιακής θρησκείας, αλλά και προϊόντα επιρροών από τις διδασκαλίες των Γνωστικών.

 

Επιστρέφοντας στη σπηλιά, αμέσως αριστερά μετά την είσοδο και αντικριστά στα εκκλησίδια υπάρχει εδώ και αρκετά χρόνια, σχηματισμένο με μαύρη μπογιά στο βράχο, ένα «άνκχ»:

 

 Πάνω από το σύμβολο διακρίνεται ένα μεταλλικό

βύσμα που άφησαν πίσω τους κάποιοι αναρριχητές.

 

Το ανκχ αποτελούσε ένα από τα πιο διαδεδομένα θρησκευτικά σύμβολα των αρχαίων Αιγυπτίων, συμβολίζοντας μεταξύ άλλων τη ζωή και την αθανασία.

 

Το αιγυπτιακό ανκχ.

 

Οι Κόπτες αλλά και οι Γνωστικοί είχαν υιοθετήσει το πανάρχαιο αυτό σύμβολο, που παρίστανε και ένα κλειδί, καθιερώνοντας το σαν έναν εναλλακτικό τύπο σταυρού - τον «αιγυπτιακό σταυρό», όπως ονομάστηκε (http://www.seiyaku.com/customs/crosses/ankh.html).

 

Α, θα ήταν εντελώς απίθανο εκείνος που ζωγράφισε το ανκχ αντικριστά στα εκκλησίδια της σπηλιάς να είχε την παραμικρή επίγνωση των όσων συζητήσαμε παραπάνω σε σχέση με την ιστορία του μέρους. Όχι, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα το έκανε για κάποιον άσχετο, δικό του λόγο. Όμως, αξίζει τον κόπο, κατά την αναδρομή μας αυτή στο παρελθόν της σπηλιάς, να στεκόμαστε και στη σημειολογία των καταστάσεων. Γιατί μέσα από αυτή τη σημειολογία προκύπτουν μερικές φορές σχέσεις και συσχετισμοί -συμπτώσεις, αν προτιμάτε μια πιο απροβλημάτιστη και βολική λέξη- που, όντας έξω από κάθε δυνατότητα λογικής αιτιολόγησης με βάση την ορατή αλληλουχία και διασύνδεση των γεγονότων, υπαινίσσονται την ύπαρξη ενός αθέατου υπόβαθρου πίσω από τον ορίζοντα των όσων η ορθολογιστική ενατένιση μπορεί να αποκαλύψει. Είναι οι μόλις υποφαινόμενοι και αιτιοκρατικά αυθαίρετοι αυτοί σημειολογικοί συσχετισμοί που θα σηματοδοτούν πάντοτε τα όρια της επικράτειας ενός Παράξενου Τόπου. Και είναι η αίσθηση ενός στα όρια της αντίληψης και πίσω από θεωρητικά ασύνδετα γεγονότα κρυμμένου υπόβαθρου που θα συνοδεύει πάντοτε εκείνον που θα επιχειρήσει να ακολουθήσει «το μονοπάτι της σπηλιάς» μέχρι τέλους.

 

Αλλά, ας γυρίσουμε τώρα τα φύλλα στο βιβλίο της αδελφότητας της σπηλιάς, προσπερνώντας ένα μεγάλο όγκο σβησμένων σελίδων και μαζί και μία ενδιάμεση περίοδο της τάξης μερικών αιώνων.

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ