Φεβρουάριος 2017

 

Μόνο ένας μαζοχιστής θα επέλεγε να ανέβει την Πεντέλη καταμεσήμερο Ιουλίου, μέσα στο λιοπύρι. Ούτε ένας μαζοχιστής, όμως, δε θα το έκανε χωρίς καμία προστασία από τον ήλιο, φορώντας μαύρο πουκάμισο και μπότες, φορτωμένος στην πλάτη ένα σακίδιο με διάφορα συμπράγκαλα και τρία λίτρα νερό.


Κάτι τέτοιο σκεφτόμουν το μεσημέρι της 23ης του περασμένου Ιουλίου, καθώς είχα ξεκινήσει να ανηφορίζω υπό αυτές ακριβώς τις συνθήκες τα μονοπάτια του βουνού. Είχα φτάσει εκεί σκοπεύοντας αρχικά να περπατήσω ως τη σκήτη των Αγίων Ασωμάτων, σε μια πλαγιά περί το ένα χιλιόμετρο ανατολικά της σπηλιάς, όμως η θέα των ψηλότερων περιοχών με είχε κάνει να αλλάξω γνώμη (λεπτομερής περιγραφή μαζί με πλούσιο φωτογραφικό υλικό για τη σκήτη των Αγίων Ασωμάτων παρατίθεται από τον «ΟΡΕΣΙΒΙΟ» στο ηλεκτρονικό βιβλίο "ΠΕΝΤΕΛΗ από τους βυζαντινούς χρόνους έως τη σύγχρονη εποχή - μέρος Β", σελ. 134 - http://www.iranon.gr/PO/penteli2.pdf). Ούτως ή άλλως, σκόπευα να κάνω μια τέτοια εξόρμηση εκείνες τις μέρες. Το να ανηφορίζω μία φορά κάθε καλοκαίρι ως τα ψηλότερα μέρη της Πεντέλης μες στο καταμεσήμερο, ήταν για μένα ιεροτελεστία και παράδοση μαζί, που είχε ξεκινήσει πολλά χρόνια πριν. Πάντα ένιωθα ότι οι ώρες του μεσημεριού, ειδικά του παρατεταμένου καλοκαιριάτικου μεσημεριού, είχαν κάτι το «εσωτερικό». Και μου άρεσε η ιδέα της ανάβασης τέτοιες ώρες υπό τον αιώνιο ήλιο, εκτεθειμένος στις ακτίνες του, σε ένα απαστράπτον βουνό. Ένας δερματολόγος θα έφριττε. Ένας ψυχίατρος ίσως εκδήλωνε ενδιαφέρον. 

 

Τώρα, λοιπόν, βρισκόμουν να ανηφορίζω με αργό βήμα και στάλες ιδρώτα να στάζουν από το μέτωπο μου, σταματώντας ανά διαστήματα για να πίνω νερό.

 

 

Τα τοπία γύρω μου ήταν γνώριμα και χιλιοειδωμένα, όμως υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες έμοιαζαν διαφορετικά. Το μάρμαρο είναι κρυσταλλικό πέτρωμα, που αντανακλά το φως, εξ ου και το αρχαιοελληνικό «μάρμαρος», που σήμαινε «λαμπερός λίθος». Ειδικά το λευκό μάρμαρο της Πεντέλης, με την ιδιαίτερη μικροκρυσταλλική του δομή, χαρακτηρίζεται από αυξημένη λαμπρότητα. Έτσι, στο φως του μεσημεριάτικου ήλιου του Ιουλίου, τα μέτωπα των λατομείων, αλλά και κάθε ένα από τα απειράριθμα μικρά ή μεγάλα θραύσματα μαρμάρου του βουνού, έλαμπαν. Κοιτάζοντας τα, σκεπτόμουν ότι τα ασβεστολιθικά πετρώματα, από τα οποία σχηματίζεται το μάρμαρο, είναι ιζηματογενή, με σύσταση κυρίως από κελύφη και σκελετούς θαλάσσιων μικροοργανισμών. Γεγονός που σήμαινε ότι αυτό που έβλεπα ήταν στην πραγματικότητα συσσωματώσεις από όστρακα και κοράλλια, τα οποία είχαν ζήσει σε εποχές ανείπωτα παλιές, και έπειτα, επί περιόδους εκατομμυρίων ετών, είχαν εκτεθεί σε τεκτονικές συνθήκες αυξημένης πίεσης και θερμοκρασίας.

 

 

Οι συνειρμοί αυτοί διακόπηκαν καθώς συνειδητοποίησα ότι την κατάσταση «ζέστη - ανηφόρα» επιχειρούσα στο μυαλό μου να την παραφράσω σε «ήλιο - χρόνο», και ότι ο τελευταίος συνδυασμός αποτελούσε σταθερή υπόκρουση των σκέψεων σε όλες μου τις μοναχικές βόλτες στο βουνό. Αλλά, και αυτές οι σκέψεις διακόπηκαν όταν πρόσεξα, σε μια εσοχή του εδάφους, ανάμεσα σε πέτρες και βράχους, μία μηλιά που φαινόταν να έχει μήλα.

 

 

Πουλιά πέταξαν ενοχλημένα μακριά καθώς πλησίασα, για να διαπιστώσω ότι το δέντρο είχε πράγματι πάνω του μερικά μήλα, μάλλον άωρα όμως. Έκοψα ένα και δοκίμασα. Ήταν κάπως στυφό και σκληρό, ωστόσο, στην ανελέητη ζέστη και με το σώμα μου να έχει χάσει ηλεκτρολύτες μέσω του ιδρώτα, μου φάνηκε θαυμάσιο. Σίγουρα, ήταν πολύ πιο νόστιμο από κάθε καλογινωμένο, καλοκαθαρισμένο μήλο που είχα δοκιμάσει ποτέ μέσα στο σπίτι μου.

 

 

Ξεκουράστηκα για λίγο στη μικρή πράσινη γωνιά, που με το χορτάρι και τη σκιά της λειτουργούσε ως όαση στο τραχύ τοπίο, και ξεκίνησα πάλι. Σύντομα έφτασα στο «μεγάλο προαύλιο» (http://www.goodreads.com/book/show/15706677 - http://mysite.du.edu/~treddell/3780/Simak_The-Big-Front-Yard.pdf), ένα εκτεταμένο πλάτωμα ανάμεσα σε αρχαία και νεότερα λατομεία.

 

 

Με υποδέχτηκε μία καλύβα, στην οποία κατά το παρελθόν είχα περάσει αρκετές ώρες, όμως τον χειμώνα του 2014 είχε γκρεμιστεί.

 

 

Προχωρώντας στο πλάτωμα, υπήρχαν γιγάντιοι κομμένοι βράχοι, χαλάσματα κτισμάτων, επιφάνειες μαρμάρου με ίχνη αρχαίας λατόμησης, αλλά και ασυνήθιστες θέες προς το βουνό και την πόλη. Πάντα ένιωθα αισιοδοξία στο μέρος αυτό και πάντα αναδυόταν μέσα μου μια παιδικότητα, ίσως λόγω της τεράστιας άπλας, που ήταν όλη δική μου, καθώς δεν είχε τύχει να συναντήσω ποτέ κανέναν εκεί.

 


 

 

 

 

Παρέμεινα αρκετή ώρα πηγαινοερχόμενος ανάμεσα σε διάφορα σημεία ενδιαφέροντος προτού τελικά ξεκινήσω να ανηφορίζω πάλι, ακολουθώντας μονοπάτια, παλιούς λατομικούς δρόμους, ή και κόβοντας απευθείας μέσα από πλαγιές, όπου χρειαζόταν.

 

Όλο αυτό το διάστημα, πάνω από το κεφάλι μου περνούσαν αεροπλάνα που απογειώνονταν από το παρακείμενο διεθνές αεροδρόμιο της Αθήνας. Κάποια από αυτά τα φωτογράφιζα υπό μεγέθυνση, προσπαθώντας μετά, από τα διακριτικά τους, να μαντεύω προς τα πού μπορεί να κατευθύνονταν. Εκείνοι πετούσαν, εγώ ανηφόριζα με τα πόδια, αλλά δε ζήλευα. Εγώ ήμουν πιο ελεύθερος.

 

 

Ήταν καθώς τραβούσα μια τέτοια φωτογραφία, που το βλέμμα μου έπιασε κάτι ενδιαφέρον σε ένα ύψωμα δίπλα σε ένα χάλασμα, λίγο μακρύτερα από το σημείο όπου στεκόμουν. Πλησιάζοντας, διαπίστωσα ότι δεν είχα κάνει λάθος. Υπήρχαν εκεί κάμποσοι πυργίσκοι από πέτρες, στημένοι σε μικρές αποστάσεις ο ένας από τον άλλο. Στις δεκαετίες των περιπλανήσεων μου στην Πεντέλη, είχα συναντήσει πολλούς τέτοιους πύργους, διαφόρων μεγεθών και τεχνοτροπιών. Ειδικά στην ερημιά των πιο απόμερων περιοχών, οι ψιλόλιγνοι αυτοί σχηματισμοί δημιουργούσαν μερικές φορές μια παράξενη αίσθηση, λες και, κατ' επέκταση της μορφής τους, μάρκαραν τον τόπο με κάποιου είδους προσωπικότητα.

 

 

Μέτρησα καμιά δεκαριά στο συγκεκριμένο ύψωμα και λίγο χαμηλότερα, απ' όπου διακρινόταν σε κοντινή απόσταση και η σκήτη των Αγίων Ασωμάτων, αρχικός προορισμός της εξόρμησης.

 

 

Επέστρεψα στην ανηφόρα μου. Τώρα περπατούσα πιο άνετα, χωρίς να λαχανιάζω και με το σώμα μου να έχει γενικά προσαρμοστεί. Σε αυτό βοηθούσε και ο ήλιος, που είχε χαμηλώσει στον ουρανό, καθώς η μέρα είχε προχωρήσει και πλέον ήταν απόγευμα.

 

 

Κατευθυνόμουν προς το διάσελο νοτιοανατολικά της κορυφής. Κόντευα πια, απείχα γύρω στα πέντε λεπτά, ενώ αριστερά μου μπορούσα να διακρίνω καθαρά τις εγκαταστάσεις της περιφραγμένης και απαγορευμένης κορυφής του βουνού.

 

 

Φτάνοντας τελικά στο διάσελο, απηύθυνα νοερό χαιρετισμό σε μια σειρά από παλιές καλύβες λατόμων. Στον τοίχο μίας από αυτές διακρίνονταν μισοσβησμένα ακατανόητα σύμβολα, σαν γραφή, τα οποία είχα πρωτοδεί πέντε - έξι χρόνια πριν. Ολοφάνερα, δεν ήμουν ο μοναδικός τρελός που σύχναζε στην Πεντέλη.

 

 

Λίγο πιο πέρα, με περίμενε η ανταμοιβή που το μέρος επεφύλασσε σε όποιον αποφάσιζε να ανέβει ως εκεί: μια πανοραμική θέα του Διονύσου, του Μαραθώνα, της Νέας Μάκρης, της Ραφήνας, του κόλπου των Πεταλίων, αλλά και της Νότιας Εύβοιας.

 

 

Φύσαγε ένα δροσερό αεράκι, του οποίου η δροσιά συνδυαζόταν ιδανικά με τη θέα της θάλασσας στο βάθος. Ήταν ό,τι έπρεπε για μένα εκείνη την ώρα, όμως δεν έμεινα πολύ. Είχα ρεμβάσει αρκετές φορές από το συγκεκριμένο σημείο στο παρελθόν, και σε κάθε περίπτωση με ενδιέφερε περισσότερο το ίδιο το βουνό παρά η θέα του. Κατέβηκα, λοιπόν, λίγο χαμηλότερα, σε ένα λατομείο που μου δημιουργούσε την εντύπωση του πιο πετρώδους, πιο γυμνού και πιο ερημικού της Πεντέλης.

 

 

Θυμήθηκα ιστορίες, και για λίγο πήγα να παρασυρθώ πάλι σε σκέψεις μεταξύ ήλιου και χρόνου, καθώς κοίταζα τη σκιά μου να σχηματίζεται σε απόσταση απέναντι μου.

 

 

Ήταν αυτή η εικόνα που με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι είχα καθυστερήσει.

 

Η εξόρμηση δεν ήταν χωρίς σκοπό. Εννέα χρόνια πριν, Ιούλιο του 2007, είχα τραβήξει μία φωτογραφία σε χαμηλότερο σημείο του βουνού, όπου, δίπλα σε ερείπια παμπάλαιων κτισμάτων, ο ήλιος, καθώς έδυε, φαινόταν να περνάει μέσα από μία σχισμή μεταξύ δύο μεγάλων όγκων βράχου. Αρχικός μου προγραμματισμός ήταν, επιστρέφοντας από τους "Άγιους Ασώματους", να βρεθώ στο ίδιο σημείο την ίδια περίπου ώρα, Ιούλιο μήνα και πάλι, προκειμένου να τραβήξω την ίδια φωτογραφία σε μεγαλύτερη ανάλυση, με καλύτερη πλέον φωτογραφική μηχανή. Και, μπορεί να είχα ματαιώσει την επίσκεψη στη σκήτη των Αγίων Ασωμάτων, σκόπευα όμως να τραβήξω εκείνη τη φωτογραφία, που συνδεόταν με πολλές αναμνήσεις.

 

14/07/2007 - 20:16

 

Ξεκίνησα να κατηφορίζω βιαστικός, εκνευρισμένος και απορημένος με τον εαυτό μου για το πώς την είχα πατήσει και ξεχαστεί έτσι.

 

 

Η κατάβαση ήταν πάντα το καλύτερο κομμάτι τέτοιων εξορμήσεων, καθώς κανείς μπορούσε, χαλαρώνοντας από την προσπάθεια της ανάβασης και έχοντας τη βαρύτητα σύμμαχο πλέον, να απολαύσει τη θέα, να χαζέψει εδώ κι εκεί και να ξεχαστεί στις σκέψεις του. Αντί γι' αυτό, εγώ τώρα κατηφόριζα κακήν-κακώς, προσπερνώντας βιαστικός σημεία που θα ήθελα να περιεργαστώ, όμως δεν είχα το χρόνο.

 

 

Πλησίαζα πια, σκεπτόμενος ότι μάλλον θα τα κατάφερνα.

 

 

Έστριψα αριστερά σε μια καλύβα, ανέβηκα μια ανηφορίτσα και...

 

23/07/2016 - 20:27

 

Δεν είχα προλάβει. Ο ήλιος είχε χαμηλώσει, και μόνο η λάμψη του είχε απομείνει να περνάει πια ανάμεσα από τους βράχους. Στάθηκα εκεί, μη πιστεύοντας ότι περιφερόμουν αμέριμνος επί τεσσερισήμισι ώρες στο βουνό, για να χάσω τελικά παρά λίγα λεπτά εκείνο για το οποίο είχα ξεκινήσει. Έμεινα να κοιτάζω τον ουρανό του δειλινού πριν συνειδητοποιήσω τι πραγματικά συνέβαινε. Όλη αυτή την ώρα, από το ξεκίνημα ακόμα της βόλτας, μεταφορικά στην αρχή και κυριολεκτικά στα τελευταία βήματα, κυνηγούσα τον ήλιο και το χρόνο. Νόμιζα ότι άλλαζα σκέψεις κάθε φορά και ότι έστρεφα την προσοχή μου άλλου, όμως στην πραγματικότητα απλώς άλλαζα οπτική. Η φωτογραφία, βασικό αντικείμενο της όλης εξόρμησης, ήταν ουσιαστικά μία προσπάθεια αποτύπωσης ήλιου και χρόνου. Και τελικά, στη φωτογραφία αλλά και μέσα μου, ο ήλιος ήταν χρόνος και ο χρόνος ήταν ήλιος.

 

Κατηφόριζα πάλι, πιο ήρεμος τώρα και με καλύτερη διάθεση. Δεξιά μου, ο ήλιος έδυε πίσω από βουνά.

 

 

Λίγο αργότερα, μόνο η λάμψη του είχε απομείνει στο βάθος του ορίζοντα.

 

 

Αισθανόμουν όμορφα, παρά την προηγούμενη ήττα και το γεγονός ότι κάθε μου άρθρωση είχε και μια ιστορία πόνου να αφηγηθεί. Ένιωθα ότι είχα βρει μέρος της απάντησης στο γιατί επέμενα, χρόνια τώρα, να ανηφορίζω την Πεντέλη, και γιατί, άσχετα με τη διάθεση και τις συνθήκες υπό τις οποίες ξεκινούσα, κάθε φορά κατηφόριζα χωρίς να το έχω μετανιώσει.

 

Λίγο πιο κάτω από τη σπηλιά, με περίμενε το αυτοκίνητο μου. Μπαίνοντας μέσα, έριξα μια ματιά στον καθρέφτη. Το πρόσωπο εκεί ήταν αναμαλλιασμένο και κοκκινισμένο, με κοκκινισμένα επίσης μάτια από τον άφθονο ιδρώτα. Παρόλα αυτά, με κοίταζε με μια παράξενη ζωντάνια, ίσως και κάπως υπαινικτικά. Συνοφρυώθηκα, αλλά το ίδιο έκανε κι εκείνο. Το κοίταξα και με κοίταξε μες στα μάτια, σαν να ήξερε τα πάντα για μένα, ακόμα και πράγματα που εγώ δε γνώριζα. Τον επόμενο Ιούλιο, σκέφτηκα, και ξεκίνησα για το σπίτι μου.

 

«Ίρανον»