ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

 

Αγορές και φιλοσοφία (μέρος Γ')

 

 

Μπορεί το «αγοράζω άρα υπάρχω» να είναι σχηματικό και να εκφράζει υπερβολή, ωστόσο απηχεί πρότυπα συμπεριφοράς έμφυτα σε όλους τους ανθρώπους. Η ίδια η διαδικασία του «αγοράζειν», από μόνη της, είναι γνωστό ότι προκαλεί την απελευθέρωση στον εγκέφαλο ντοπαμίνης και ενδορφινών, ουσιών που εγείρουν αισθήματα ευεξίας και ανταμοιβής, επιφέροντας έτσι αυτό που είναι γνωστό ως «shopping therapy». Στον αντίποδα, από τους ψυχολόγους αναγνωρίζεται μία ολόκληρη ομάδα διαταραχών συμπεριφοράς, υπό τον ελληνικό όρο «Ωνιομανία/Αγοραμανία» («Oniomania/Agoramania» αντίστοιχα στα αγγλικά, γνωστή επίσης ως «compulsive buying disorder»), κατά τις οποίες ο εθισμός του ατόμου στην έκκριση ευφορικών ουσιών μέσω του συγκεκριμένου τρόπου οδηγεί σε εκτροχιασμό των αγοραστικών του συνηθειών, ωθώντας σε υπερβολές που δεν έχουν καμία σχέση με τις πραγματικές του ανάγκες (το πρόβλημα, βέβαια, με τον συγκεκριμένο ορισμό είναι το πώς ορίζονται αυτές οι πραγματικές ανάγκες – ενδεικτικά μόνο σε σχέση με τα προηγούμενα: http://www.wsj.com/articles/SB113382650575214543, https://en.wikipedia.org/wiki/Compulsive_buying_disorder, http://www.katerinanousi.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=75:l-r&catid=34:2010-10-19-17-43-57&Itemid=55).

 

Υπάρχει, λοιπόν, στην αγοραστική μας συμπεριφορά ένα βιολογικό και –ακόμη κρισιμότερα– ένα υπαρξιακό υπόστρωμα. Το υπαρξιακό αυτό υπόστρωμα συνδέεται με το αρχέτυπο και τους συμβολισμούς της αρχαίας Αγοράς – του επίκεντρου της εμπορικής ζωής των αρχαίων πόλεων, όπως συζητήσαμε. Η ταύτιση στη γλώσσα μας του όρου «Αγορά» με τον τόπο εμπορίου και την εμπορική συναλλαγή είναι χαρακτηριστική της άμεσης αυτής σύνδεσης. Αλλά και στην πράξη, η εξέλιξη των Αγορών του αρχαίου κόσμου ήταν τέτοια ώστε σταδιακά ο εμπορικός τους ρόλος επικράτησε έναντι όλων των υπολοίπων. Στην Αθήνα, συγκεκριμένα, η ρωμαϊκή Αγορά (επέκταση προς τα ανατολικά της αρχικής αθηναϊκής Αγοράς) τους αιώνες της τουρκοκρατίας μετατράπηκε σε παζάρι σιταριού, το αποκαλούμενο «Σταροπάζαρο» (https://el.wikipedia.org/wiki/Ρωμαϊκή_Αγορά_της_Αθήνας).

 

Γενικά, αν κανείς παρομοίαζε την Αγορά με έναν μεγάλο καθρέφτη των αρχαίων κοινωνιών που κατά την πορεία έσπασε, τότε, με την πλατεία να αντιστοιχεί στο ένα κυριότερο θραύσμα, η εμπορική αγορά θα αντιστοιχούσε στο άλλο. Η αναλογία είναι, βέβαια, σχηματική μόνο, καθώς, ιδίως στην περίπτωση της εμπορικής αγοράς, δεν έχουμε να κάνουμε με στατικά μέρη, αλλά με εξελικτικά παράγωγα (ανοικτοί ελεύθεροι χώροι και οργανωμένο εμπόριο προϋπήρχαν στις πόλεις) που συνέχισαν να εξελίσσονται. Ακόμη κι έτσι, παρά την εξέλιξη χιλιετιών, στους σύγχρονους χώρους εμπορίου εξακολουθεί να διακρίνεται το αποτύπωμα της αρχαίας Αγοράς, και μέσω αυτής, σε αρκετές περιπτώσεις, και το περίγραμμα της πλατείας. Στους πάγκους των σύγχρονων λαϊκών αγορών, για παράδειγμα, που κατά κανόνα στήνονται σε πλατείες και γύρω δρόμους, οι παραγωγοί συνηθίζουν να διαλαλούν τα προϊόντα τους αναμειγνύοντας σχόλια και ευφυολογήματα περί της πολιτικοοικονομικής κατάστασης, θυμίζοντας το αντίστοιχο κράμα πολιτικής και εμπορίου που χαρακτήριζε την αρχαία Αγορά. Και στα εμπορικά κέντρα, οι σύγχρονοι έμποροι μισθώνουν συστεγασμένους χώρους καταστημάτων, όπως ακριβώς έκαναν οι συνάδελφοι τους στη Στοά του Αττάλου χιλιάδες χρόνια πριν. Πιο χαρακτηριστική είναι, όμως, η περίπτωση των μεγαλύτερων mall. Βασικό τους γνώρισμα είναι η διάταξη των καταστημάτων είτε περιμετρικά ενός κεντρικού ελεύθερου χώρου είτε εκατέρωθεν μιας κλειστής διαδρομής, δημιουργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο στον επισκέπτη την αίσθηση του περιπάτου γύρω από μία πλατεία. Επιπλέον, η συνεχής διοργάνωση παρουσιάσεων, μουσικών event, εορταστικών happening κλπ. συμπληρώνει την αίσθηση, παραπέμποντας στα δρώμενα και στην ατμόσφαιρα της αρχαίας Αγοράς. Γίνεται έτσι ευνόητο γιατί στις ονομασίες των mall παγκοσμίως απαντάται πολύ συχνά ο χαρακτηρισμός «plaza» ή «agora». Και φαίνεται ότι η ιστορία κλείνει κύκλο, καθώς, με τα διάφορα mall να κερδίζουν έδαφος συνεχώς, η Αγορά, ως εμπορικό πρότυπο, επανακτά μέρος τουλάχιστον του ρόλου της στην καθημερινότητα των πολιτών.

 

Αφήνοντας κατά μέρος τη σημειολογία, εκείνο που προκύπτει από τα προηγούμενα και έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι ότι η αγοραστική συμπεριφορά συνδέεται και με διάφορα άλλα πρότυπα συμπεριφορών μέσα μας, φτάνοντας σε επίπεδο ενστίκτων. Κάναμε λόγο πριν για το υπαρξιακό υπόστρωμα της αγοραστικής πράξης. Υπάρχει, βέβαια, κάτι το υπαρξιακό σε οτιδήποτε. Και ένα ζευγάρι παπούτσια έχει την υπαρξιακή του διάσταση. Όμως, η αγορά του ζευγαριού αυτού παπουτσιών, η πράξη της καταβολής αντιτίμου προκειμένου να αποκτηθεί, θίγει κάτι βαθύτερο, πέρα από το αντικείμενο το ίδιο και την υποκειμενική του αξία. Από αυτή και από άλλες απόψεις, δε θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι η αγοραστική πράξη αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξης του ατόμου. Πρόκειται, άλλωστε, για μία σχέση που, σε επίπεδο συμβολισμών, αποτυπώνεται αρκετά συχνά στους χώρους εμπορίου.

 

 

Πάνω: είσοδοι εμπορικών κέντρων στο Παγκράτι και στην Κηφισιά. Τα συγκεκριμένα ανεμολόγια είναι πολύ μικρότερα εκείνου που είδαμε αποτυπωμένο στην πλατεία Ιλίου, υποσημαίνουν ωστόσο, δίκην εξελικτικού γνωρίσματος, την κοινή καταγωγή πλατείας και εμπορικής αγοράς. Κάτω: είσοδος εμπορικού κέντρου στην Ηλιούπολη. Εδώ, ο υπαρξιακός συμβολισμός του ανεμολογίου δίνεται με πολύ πιο εύγλωττο τρόπο. Το πλακίδιο με το σταυρό και το όστρακο, λίγο πιο μπροστά, μάλλον τοποθετήθηκε ως γούρι/φυλαχτό.

 

Διάφορα φιλοσοφικά ρεύματα, πολιτικά συστήματα, καθεστώτα κλπ. ανά την Ιστορία επιχείρησαν να ελέγξουν, με σκοπό στις περισσότερες περιπτώσεις να καταστείλουν, τη σχέση αυτή. Κατόπιν όσων συζητήσαμε, γίνεται προφανές γιατί απέτυχαν παταγωδώς. Η αγοραστική πράξη, με τη δυνατότητα επιλογής που προσφέρει, δεν αποτελεί απλώς συνήθεια, αλλά υπαρξιακή ανάγκη που πηγάζει απευθείας από τα ένστικτα. Γεγονός που σημαίνει ότι, όσα δίκια κι αν έχουν οι επικριτές του καταναλωτισμού, οι νόμοι και οι κανόνες δεν απαλείφουν τη σχετική εγγραφή από το υπαρξιακό DNA του ατόμου περισσότερο απ' ό,τι τα επιχειρήματα καταστέλλουν τη φαγούρα.

 

 

Αλλά, μιας και αναφερθήκαμε σε πολιτικά συστήματα, αξίζει να σταθούμε εδώ σε μία ακόμη, «γενεαλογική» πτυχή του θέματος. Μιλήσαμε στην αρχή της ενότητας για το ρόλο της αρχαίας Αγοράς της Αθήνας στη γέννηση της δημοκρατίας, και σημειώσαμε ότι η σύνδεση ήταν τόσο άμεση ώστε δύσκολα θα μπορούσε κανείς να αποφασίσει κατά πόσο ήταν η Αγορά που οδήγησε στην καθιέρωση του δημοκρατικού πολιτεύματος ή ήταν η ωρίμανση των συνθηκών για δημοκρατία που οδήγησε στην καθιέρωση της Αγοράς. Στη συνέχεια, αναφερθήκαμε στην εξελικτική σχέση Αγοράς – πλατείας και στην πολιτική δύναμη που κληροδότησε στη δεύτερη η σχέση αυτή. Παραλλάσσοντας, λοιπόν, εδώ ελαφρώς την προηγούμενη παρομοίωση περί σπασμένου καθρέφτη, θα λέγαμε ότι το πάζλ της πολιτικής δύναμης συμπληρώνεται με το κομμάτι της εμπορικής αγοράς. Γιατί η αγοραστική δύναμη και οι διαφορές της ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες ήταν οι καθοριστικότεροι παράγοντες σε όλες τις μεγάλες πολιτικές ανακατατάξεις της Ιστορίας. Και ακόμη σήμερα δεν υπάρχει πολιτικό δόγμα που στο βάθος των ιδεολογημάτων του να μην καταλήγει στην αγοραστική δύναμη του πολίτη–ψηφοφόρου και στις πολιτικές ενίσχυσης της.

 

Αυτή η σύνδεση με την ιδέα της ευμάρειας, σε συνδυασμό με την ευφορική επίδραση και τις υπαρξιακές προεκτάσεις για τις οποίες συζητήσαμε, προσδίδει στους χώρους εμπορίου, από το μικρότερο μαγαζάκι ως το πλέον γιγάντιο mall, μια φόρτιση σε υποσυνείδητο επίπεδο. Η διαδικασία της αγοράς προϊόντων, «τα ψώνια», αποκτούν έτσι πολλές φορές χροιά τελετουργίας, με αρχή, μέση και τέλος. Δεν έχει παρά να παρατηρήσει κανείς τις ουρές που σχηματίζονται έξω από καταστήματα ανά τον κόσμο την πρώτη μέρα κυκλοφορίας προϊόντων–φετίχ. Ναι, οι συγκεντρωμένοι νιώθουν ενθουσιασμό με την προοπτική απόκτησης του προϊόντος, είναι όμως η όλη ιεροτελεστία της αγοράς του που στις περισσότερες περιπτώσεις φαίνεται να προκαλεί μεγαλύτερη έξαψη από το ίδιο το προϊόν.

 

Σε μεγάλο πολυκατάστημα του κέντρου της Αθήνας, εκατέρωθεν της σκάλας μετά την κεντρική είσοδο έχουν τοποθετηθεί αντικριστοί καθρέπτες. Άπειροι παράλληλοι εαυτοί του κάθε επισκέπτη ανηφορίζουν κάθε φορά δεξιά και αριστερά μαζί του τα σκαλιά.

 

Όλα αυτά τα γνώριζαν και τα αξιοποιούσαν δεόντως οι έμποροι από τα πανάρχαια ακόμα χρόνια, με τις σχετικές τεχνικές να έχουν πλέον εξελιχθεί στις μέρες μας σε βαθμό επιστήμης. Το ενδιαφέρον στις τεχνικές αυτές δεν είναι τόσο οι λεπτομέρειες της μεθοδολογίας όσο το τι αποκαλύπτουν για τη δεκτικότητα ενός εγκεφάλου που βρίσκεται σε «mode αγορών». Η μουσική τύπου «Muzak», γνωστή και ως «Elevator Music» («Μουσική Ανελκυστήρα»), αποτελεί αντιπροσωπευτική περίπτωση. Πρόκειται για το είδος μουσικής που συνήθως ακούγεται από τα ηχεία πολυκαταστημάτων, εμπορικών κέντρων, mall κλπ., έχοντας ως βασικό γνώρισμα την απουσία εξάρσεων, κατά τρόπο ώστε να μην εισδύει στη συνείδηση του επισκέπτη. Και χαρακτηριστικά, πράγματι, οι περισσότεροι καταναλωτές που ερωτώνται βγαίνοντας από τέτοιους χώρους δεν είναι σίγουροι για το αν προηγουμένως άκουγαν μουσική ή όχι. Θεωρείται ότι η εύθυμη, ελαφρώς μονότονη, επίπεδη μουσική του συγκεκριμένου τύπου χαλαρώνει τον επισκέπτη και παρατείνει την παραμονή του στο κατάστημα, αυξάνοντας τις πιθανότητες να ψωνίσει περισσότερο. Εκτός από εμπορικά καταστήματα, η κυριότερη εταιρία του χώρου, Muzak Holdings, έχει αναπτύξει ειδική μουσική και για εστιατόρια, αεροδρόμια, νοσοκομεία, ξενοδοχεία, ενώ εφαρμόζοντας μία τεχνική που είναι γνωστή ως «Stimulus Progression» («Πρόοδος Ερεθισμάτων») έχει προχωρήσει στην εξέλιξη εξειδικευμένων μουσικών προγραμμάτων, μέσω των οποίων, μεταβάλλοντας το ρυθμό ή το στυλ της μουσικής ανάλογα με την ώρα της ημέρας, είναι δυνατόν να αυξάνεται η παραγωγικότητα σε χώρους εργασίας. Κρίνοντας από το γεγονός ότι η εταιρία εξαγοράστηκε το 2011 έναντι 345 εκατομμυρίων δολαρίων, οι τεχνικές του είδους μάλλον δε στερούνται βάσης ή αποτελεσμάτων (σχετικά με τα προηγούμενα: https://en.wikipedia.org/wiki/Elevator_music, https://en.wikipedia.org/wiki/Muzak_(brand)).

 

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι στη χώρα μας, με την εξαίρεση μεγάλων αλυσίδων super market, χρήση μουσικής τύπου Muzak γίνεται περιορισμένα και εμπειρικά περισσότερο, παρά συστηματοποιημένα. Τα super market, παρεμπιπτόντως, αποτελούν το πιο συνηθισμένο είδος πολυκαταστημάτων. Κι ωστόσο, στους τόσο κοινούς χώρους τους ο επισκέπτης μπορεί, αργά κάποια βράδια ιδίως, όταν πια ερημώνουν από πελάτες, να αποκομίζει μια αίσθηση τελετουργίας, να νιώθει ότι οι λαβύρινθοι από ράφια μπορεί να κρύβουν στις γωνιές τους –γωνιές της πόλης και αυτές– κάτι παραπάνω από σκόνη.

 

Όλα τα εμπορικά καταστήματα διαθέτουν μια δική τους προσωπικότητα – ορισμένα, όπως αυτός ο εντομοειδής εξωγήινος που ατενίζει τον Φαληρικό Όρμο, πιο έντονη από άλλα.

 

Ακόμη κι όταν πρόκειται για τα καθημερινά ψώνια, η αγοραστική πράξη δεν παύει να αποτελεί μία εσωτερική κατά βάση διαδικασία. Στη διαδικασία αυτή, τα πάντα –προϊόντα, ανάγκες, επιθυμίες– ερμηνεύονται από το υποσυνείδητο ως σύμβολα και συμβολισμοί. Δημιουργούνται έτσι, όπως γνωρίζουν πολύ καλά οι διαφημιστές, βαθύτερες συνδέσεις ανάμεσα σε αντικείμενα, συνθήκες, χώρους και ψυχικές καταστάσεις, αρκετά περίπλοκες ώστε σε πολλές περιπτώσεις να διαμορφώνονται μοτίβα συμπεριφορών, εξαρτήσεις, συστήματα αξιών, ακόμη και τρόποι ζωής.

 

Χρησιμοποιήσαμε στην προηγούμενη μας συζήτηση περί αγοραστικής συμπεριφοράς χαρακτηρισμούς όπως «τελετουργία» και «ιεροτελεστία». Στην καθημερινή γλώσσα, πάλι, γίνεται συχνά λόγος για ναούς του καταναλωτισμού, για πιστούς συγκεκριμένων εμπορικών σημάτων, για αιρετικό design, για θεϊκές δημιουργίες, για προϊόντα–ύβρεις, για ιέρειες και θεές της μόδας. Μερικές φορές, οι λέξεις λένε την αλήθεια. Και η αλήθεια των λέξεων στην προκειμένη περίπτωση είναι ότι η αγοραστική κουλτούρα ενσωματώνει στοιχεία θρησκείας. Αυτό δε θα πρέπει να προξενεί εντύπωση· ο καταναλωτισμός και το θρησκευτικό συναίσθημα μοιράζονται το ίδιο υπαρξιακό υπόστρωμα, και όσο κι αν οι δύο αυτές τάσεις εκφράζουν αντικρουόμενες επιδιώξεις, ταυτίζονται στο ότι αποσκοπούν στην κάλυψη του ίδιου, εγγενούς σε κάθε άνθρωπο, υπαρξιακού κενού.

 

Ο συνδυασμός θρησκευτικού συναισθήματος και εμπορίου δεν είναι κάτι το καινούριο, ούτε βέβαια απαντάται μόνο στις λέξεις. Τα πανηγύρια ή «εμποροπανήγυρεις» έχουν ιστορία αιώνων. Μάλιστα, στις πιο παραδοσιακές μορφές τους, παράλληλα με τους θρησκευτικούς εορτασμούς και τα υπαίθρια παζάρια, στις κεντρικές πλατείες των χωριών διοργανώνονταν και εκδηλώσεις με ντόπια έθιμα, εδέσματα, μουσικές και χορούς, κατ' αντιστοιχία με το πρότυπο της Αγοράς. Όσο για την ίδια την αρχαία Αγορά της Αθήνας, οι έμποροι της Στοάς του Αττάλου και οι διάφοροι πραματευτές δραστηριοποιούνταν στον ίδιο γενικό χώρο όπου έστεκε πλήθος ναών και λατρευτικών Ιερών (Ναός Δία, Ναός Απόλλωνα Πατρώου, Ναός Ηφαίστου, Βωμός των 12 Θεών κ.ά.).

 

Στην εποχή μας, τα πράγματα επιφανειακά μόνο έχουν αλλάξει. Αγοραστικές συνήθειες και θρησκευτικότητα, παρότι φαινομενικά ετερόκλητα σαν στοιχεία, εξακολουθούν να επιδρούν συμπληρωματικά μεταξύ τους στις ζωές των πολιτών, το ένα εστιασμένο σε υλικές ανάγκες, το άλλο σε πνευματικές. Με δεδομένη τη σχέση αυτή, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι θρησκευτικοί συμβολισμοί αξιοποιούνται συχνά στο σύγχρονο marketing για εμπορικούς σκοπούς. Από τη γενικότερη εμπορευματοποίηση του «πνεύματος των εορτών» και τη χαρακτηριστική αύξηση του τζίρου των καταστημάτων τις αντίστοιχες περιόδους, μέχρι το σχεδιασμό εμπορικών σημάτων και διαφημιστικών σποτ, τα παραδείγματα είναι πολλά, ορισμένα λιγότερο αθώα από άλλα. Ανάμεσα τους συγκαταλέγονται και περιπτώσεις όπου η «δραστική σημειολογία» είναι συγκεκαλυμμένη, ενσωματωμένη με τρόπο ώστε να μην είναι ξεκάθαρο κατά πόσο αποτελεί στοιχείο σχεδιασμού ή προϊόν συμπτώσεων.

 

Μία τέτοια περίπτωση αφορά το mall «Golden Hall», του οποίου η πρόσοψη παραπέμπει σε αρχαίο αιγυπτιακό ναό.

 

Αριστερά: η πρόσοψη του «Golden Hall». Δεξιά: ο ναός του Ώρου στο Έντφου της Αιγύπτου, τυπικό δείγμα αρχαίου αιγυπτιακού ναού. Η βασική αρχιτεκτονική, με τους δύο κύριους όγκους και τη μεγάλη ορθογώνια πύλη ανάμεσα τους, είναι πανομοιότυπη.

 

Το κτίριο είχε ανεγερθεί ως Διεθνές Ραδιοτηλεοπτικό Κέντρο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, οπότε η ομοιότητα θα μπορούσε να αποδοθεί στον αρχικό, ανεξάρτητο από τη μετέπειτα εμπορική χρήση σχεδιασμό. Ωστόσο, ήταν κατά τις εργασίες μετασκευής σε mall που η πρόσοψη διαμορφώθηκε στη σημερινή της εικόνα, με την προσθήκη της μεγάλης κεντρικής πύλης μεταξύ άλλων παρεμβάσεων.

 

Αριστερά: το αρχικό κτίριο, ως Διεθνές Ραδιοτηλεοπτικό κέντρο. Δεξιά: στιγμιότυπο από τις εργασίες μετασκευής, όπου διακρίνεται ο σκελετός της εμβληματικής πύλης.

 

Ίσως η ομοιότητα να είναι συμπτωματική ή να αφορά συνειδητή μεν αλλά καθαρά στυλιστική επιλογή. Σε αυτή την περίπτωση, συμπτωματικό θα πρέπει να θεωρηθεί και ένα επιπρόσθετο συμβολικό στοιχείο, που συνδέεται άμεσα με το ύφος της πρόσοψης του κτιρίου: «Χρυσή Αίθουσα» –αυτό σημαίνει Golden Hall– ονόμαζαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι το θάλαμο των βασιλικών τάφων στον οποίο τοποθετούσαν τις σαρκοφάγους των νεκρών προκειμένου να λάβει χώρα η αναγέννηση τους (σχετικά: https://en.wikipedia.org/wiki/Ramesses_II, http://www.obinfonet.ro/docs/relig/egipt/egyptgods.pdf). Πράγμα που σημαίνει ότι, τελικά, ο επισκέπτης εισέρχεται σε ένα κτίριο που αφενός παραπέμπει αρχιτεκτονικά σε αρχαίο αιγυπτιακό ναό, αφετέρου φέρει την ονομασία του τελετουργικού χώρου όπου κατά τις σχετικές θρησκευτικές αντιλήψεις ένας νεκρός μπορούσε να αναγεννηθεί.

 

Άσχετα με τα προηγούμενα και ανεξάρτητα από τις ιδιομορφίες της κάθε ξεχωριστής περίπτωσης, η εύλογη απορία σε κάθε γενικότερη συζήτηση του είδους θα ήταν: γιατί; Γιατί, υποθέτοντας ότι ορισμένες αντιστοιχίες δεν είναι συμπτωματικές, κάποιος θα έμπαινε στη διαδικασία να ενσωματώσει σε προϊόντα, εμπορικούς χώρους ή διαφημίσεις συμβολισμούς με νόημα άγνωστο, οπότε και μη αναγνωρίσιμους από τη μεγάλη μερίδα των καταναλωτών;

 

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι σύνθετη και περιλαμβάνει επιμέρους απαντήσεις σε επιμέρους ζητήματα. Η ουσία της, όμως, μπορεί να συνοψιστεί σε έναν όρο που χρησιμοποιήσαμε ήδη αρκετές φορές μέχρι εδώ: τον όρο «Αρχέτυπο». Αποφεύγοντας τις περίπλοκες αναλύσεις, σημειώνουμε μόνο ότι κατά την Αναλυτική Ψυχολογία, τη σχολή που προέκυψε από τις ιδέες του Ελβετού ψυχιάτρου Carl Gustav Jung, τα αρχέτυπα αποτελούν πανανθρώπινα, αρχέγονα στοιχεία ή μοτίβα στοιχείων, εντυπωμένα στο ασυνείδητο του κάθε ανθρώπου διά μέσω του «Συλλογικού Ασυνείδητου» της ανθρωπότητας. Κατά τον Jung, του οποίου η προσέγγιση βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στη θεωρία των «Ιδεών» του Πλάτωνα, όπως τα ένστικτα, έτσι και τα αρχέτυπα συνοδεύουν τον κάθε άνθρωπο από τη στιγμή ακόμα της γέννησης του. Αυτό σημαίνει ότι δεν απαιτείται γνώση ή επίγνωση του νοήματος προκειμένου ένας αρχετυπικός συμβολισμός να έχει επίδραση, καθώς, κατ' αναλογία με τις φαρμακευτικές ουσίες, η επιρροή ασκείται σε υποδοχείς που λειτουργούν ανεξάρτητα από τη συνείδηση και τις γνώσεις του ατόμου (ενδεικτικά σε σχέση με τα προηγούμενα: https://en.wikipedia.org/wiki/Archetype, https://en.wikipedia.org/wiki/Jungian_archetypes, https://en.wikipedia.org/wiki/Collective_unconscious).

 

Η Αγορά, η πλατεία, ο τόπος εμπορίου, η συνάθροιση, η εμπορική συναλλαγή, όλα εκείνα για τα οποία συζητήσαμε αφορούν αρχέτυπα ή αρχετυπικές πράξεις. Η πόλη η ίδια αποτελεί αρχέτυπο, κομβικό και πολυσύνθετο.

 

«Με λέξεις και σημάδια, ο Θεός εκδηλώνεται». Απεικόνιση πόλης σε βιβλίο του 1678 (Jakob Bornitz – "Moralia Bornitiana Hoc est: Symbola Et Emblemata Politico–Sacra Et Historico–Politica").

 

Ξεκινήσαμε την ενότητα μιλώντας για τη διαδρομή των λέξεων και διατυπώνοντας ένα ερώτημα του οποίου την απάντηση δώσαμε εξαρχής. Ναι, το κέντρο της πόλης βρίσκεται στην Αγορά της. Όμως η Αγορά έχει πια αλλάξει. Ένα κομμάτι της εξελίχθηκε στις μεγάλες κεντρικές πλατείες, ένα άλλο στις εμπορικές περιοχές και τα σύγχρονα εμπορικά κέντρα. Το πιο σημαντικό κομμάτι, ωστόσο, εκείνο που αφορούσε τη λειτουργία της ως καρδιά της δημόσιας ζωής, και κατ' επέκταση της πόλης, εξελίχθηκε κατά τρόπο που κανένας αρχαίος πολεοδόμος δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Γιατί τα κοινά της πόλης οι πολίτες δεν τα συζητούν πλέον σε ανοικτούς δημόσιους χώρους, αλλά σε διαδικτυακούς τόπους και διευθύνσεις, όπου συναθροίζονται αντλώντας ενημέρωση, ανταλλάσσοντας απόψεις, συμμετέχοντας σε ομάδες, παίρνοντας μέρος σε ψηφοφορίες και διενεργώντας ηλεκτρονικές αγοραπωλησίες, σε ένα νέο είδος Αγοράς. Κατ' αυτή την έννοια, το κέντρο της πόλης δε βρίσκεται πια στην πόλη. Ούτε και είναι σημείο· είναι δίκτυο, μέρος ενός ευρύτερου δικτύου που απλώνεται και διασυνδέει όλες τις πόλεις της Γης.

 

Μέσα από αυτό το δίκτυο θα διαμορφωθεί η κοινή γνώμη, θα προωθηθούν οι πολιτικές και θα ασκηθεί η κοινωνική μηχανική της νέας εποχής. Με εργαλεία τις λέξεις, σε μια παγκόσμια Αγορά δομημένη με λέξεις.

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ