ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

 

Μέσα στα τοπία (μέρος Α')

 

 

Απομακρυνόμενος από τους κεντρικότερους δρόμους, ο αναζητητής χώθηκε στα στενά. Δεν είχε κάποιον συγκεκριμένο προορισμό, και για την ώρα άφηνε τα βήματα του να τον καθοδηγούν. Όμως, δεν περιφερόταν ακριβώς άσκοπα. Σε ένα είδος εσωτερικού παιχνιδιού, και αποστασιοποιημένος όσο μπορούσε από τον συνειδητό του εαυτό, επιχειρούσε έπειτα από κάθε σταυροδρόμι να διαγιγννώσκει ποιος ή τι μέσα του αποφάσιζε για την κατεύθυνση που επέλεγε. Το είχε παίξει και άλλες φορές με τον εαυτό του το παιχνίδι αυτό, δίχως ποτέ σχεδόν να καταφέρνει να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα. Ωστόσο, είχαν υπάρξει περιπτώσεις όπου ένιωθε ότι του αποκαλυπτόταν, όχι το ποιος ή το τι, αλλά το γιατί τελικά είχε ακολουθήσει μία κατεύθυνση, με την απάντηση να έρχεται σε δεύτερο χρόνο, συχνά αφήνοντας τον έκπληκτο τόσο με τη σαφήνεια της όσο και με το γεγονός ότι αυτή δε θα μπορούσε να ήταν ορατή κατά τη στιγμή της επιλογής. Αλλά, έτσι ήταν με τα κάθε είδους σταυροδρόμια, οι συνέπειες της επιλογής αποκαλύπτονταν μερικές φορές τόσο ξεκάθαρα και καθοριστικά, ώστε το αποτέλεσμα έμοιαζε να είχε καθοδηγήσει την απόφαση, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση χρονικής αντιστροφής που οι άνθρωποι συνήθιζαν να προσδιορίζουν με όρους όπως «προορισμός», «απώτερος σκοπός», «πεπρωμένο».

 

Έρρεπε προς υπερβολικά φιλοσοφίζουσα διάθεση, κάτι που ούτε επιθυμούσε ούτε χρειαζόταν, τουλάχιστον όχι εκείνη την ώρα. Επιχειρώντας να μαζέψει ξανά τις σκέψεις του, αναρωτήθηκε πόσα σταυροδρόμια να υπήρχαν σε μια πόλη όπως η Αθήνα. Μάλλον ο αριθμός θα πρέπει να ήταν της τάξης των δεκάδων χιλιάδων, εφόσον υπήρχαν χιλιάδες δρόμοι. Γεγονός που δημιουργούσε δισεκατομμύρια δισεκατομμυρίων συνδυασμούς – πρακτικά, μια απειρία τρόπων να διασχίσει κανείς την ίδια πόλη.

 

Υπάρχουν στην Αθήνα και δρόμοι που ξεκινούν από το πουθενά και καταλήγουν στο πουθενά, δίχως διασταυρώσεις, αυτοκίνητα ή περαστικούς, αλλά με πεζοδρόμια.

 

Η εικόνα παρέπεμπε στην αναλογία της λειτουργίας ενός εγκεφάλου. Όπως σε έναν εγκέφαλο κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα και κάθε ανάμνηση προσδιορίζονται από τη διαδρομή ενός αρχικού ηλεκτρικού ερεθίσματος ανάμεσα στις συνάψεις μυριάδων νευρώνων, έτσι και κάθε διαδρομή ανάμεσα στα σταυροδρόμια μπορούσε να λογιστεί ως ένα μοναδικό ερέθισμα στον νευρικό ιστό της πόλης. Ήταν μια αναλογία αλλά όχι αντιστοιχία, αφού προφανώς δεν υπήρχε κάποιος «εγκέφαλος της πόλης». Ή μήπως υπήρχε;

 

Έπαιξε για λίγο με την ιδέα. Αποφεύγοντας να μπλέξει με νεφελώδεις έννοιες τύπου γκεστάλτ, επικεντρώθηκε στην εικόνα μπροστά του, εστιάζοντας στα πιο χειροπιαστά μέρη της. Υπήρχαν κτίρια και δρόμοι· φραγμοί και δίοδοι. Ήταν μία διάταξη που επέβαλε συγκεκριμένους κανόνες κίνησης. Αν επιθυμούσε να μετακινηθεί από το σημείο Α στο σημείο Β, αυτό πρακτικά μπορούσε να γίνει μόνο μέσω προκαθορισμένων διαθέσιμων επιλογών. Εκτός κι αν ήταν διατεθειμένος να υπερπηδήσει διαζώματα και να παραβιάσει κλειστές πόρτες κτιρίων, διασχίζοντας τα. Σε αυτή την περίπτωση, σε όρους της προηγούμενης ηλεκτρικής αναλογίας, η «ανταρσία» του αυτή ενάντια στους προκαθορισμένους κανόνες κίνησης θα συνιστούσε ένα μικρό βραχυκύκλωμα μέσα στο πλέγμα της πόλης.

 

Της Αμερικανίδας ζωγράφου Laurie Lipton.

 

Γενικά, ιδωμένη έτσι, η λειτουργία της πόλης έμοιαζε με εκείνη ενός αχανούς, υπερπολύπλοκου ηλεκτρονικού κυκλώματος. Υπήρχαν κι εδώ μικροί και μεγάλοι αγωγοί, συσσωρευτές και αντιστάσεις ροής, διακλαδώσεις, ρυθμισμένες να ανοιγοκλείνουν αυτοματοποιημένα και συγχρονισμένα... Κατ' αυτή την έννοια, η πόλη διέθετε, όχι ακριβώς εγκέφαλο, αλλά σίγουρα τη δική της εντυπωμένη λογική. Ήταν μια λογική που είχε τα θεμέλια της στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι είχαν δομήσει τον αστικό χώρο, προκειμένου να εξυπηρετούνται οι ανάγκες τους. Αλλά, καθώς η πόλη επεκτεινόταν, μεταλλασσόμενη σε όλο και πιο περίπλοκες φόρμες, τόσο περισσότερο οι ανάγκες των ανθρώπων έπρεπε να προσαρμόζονται στη λογική της πόλης. Και καθώς οι γενιές άλλαζαν, ήταν περισσότερο οι δομές της πόλης που διαμόρφωναν τις ανάγκες και τις συμπεριφορές των κατοίκων της παρά το αντίστροφο.

 

Μάλλον όχι τυχαία, οι σκέψεις αυτές τον γυρόφερναν ενώ περίμενε να ανάψει στο φανάρι ο πράσινος βαδίζων ανθρωπάκος. Ίσως, πάλι, να είχε προηγηθεί η υποσυνείδητη αποτύπωση της επιγραφής στη βάση του μεγάλου άδειου τοίχου απέναντι, την οποία τώρα πρόσεχε συνειδητά, καθώς διέσχιζε το δρόμο: «Ο χώρος είναι ιδιωτικός».

 

Ο χώρος είναι ιδιωτικός...

 

Ήταν μία προειδοποίηση προς όσους σκόπευαν να παρκάρουν τα αυτοκίνητα τους στο παρακείμενο οικόπεδο. Για τον ίδιο, όμως, οι λέξεις της επιγραφής είχαν παρεμβληθεί όλο νόημα στον εσωτερικό διάλογο που εξελισσόταν όλη αυτή την ώρα –άγνωστο πού ακριβώς– μέσα του. Ο αστικός χώρος, με τις ιδιότητες, τις ιδιομορφίες και τις επιρροές του, αποτελούσε από παλιά πεδίο πειραματισμών για τον αναζητητή, ασκώντας του δέος, γοητεία, έλξη, ενίοτε και άπωση. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που αντανακλάσεις της πόλης, παραμορφωμένες συνήθως, αναδύονταν στα όνειρα του, μεταφέροντας εικόνες και μηνύματα, συχνά μαζί με τον απόηχο μιας εντύπωσης από πράγματα εκτεθειμένα σε κοινή θέα αλλά ταυτόχρονα και αθέατα, κρυμμένα. Όνειρα του είδους είχαν καθοδηγήσει σε αρκετές περιπτώσεις τις αστικές του περιπλανήσεις.

 

Θα μπορούσε να τις χαρακτηρίσει και αστικές εξερευνήσεις, αν και το στοιχείο της εξερεύνησης ήταν περισσότερο έμμεσο παρά άμεσο. Όπως και αν ήταν, με τον καιρό είχε αναπτύξει έναν εντελώς δικό του τρόπο «ανάγνωσης» του αστικού χώρου – του ζωτικού του χώρου, τελικά. Για την ακρίβεια, ήταν μια επιπροβολή από διαφορετικές «αναγνώσεις», κάθε μία εστιασμένη σε διαφορετικές όψεις της πόλης. Είχε έτσι εξελίξει –και προφανώς δεν ήταν ο μόνος– μια εξατομικευμένη πρόσληψη του αστικού χώρου. Κατ' αυτή την έννοια, παραφράζοντας εκείνη την επιγραφή, θα μπορούσε να πει ότι ο χώρος στον οποίο βάδιζε, ιδωμένος έτσι, ναι, είχε ένα στοιχείο ιδιωτικότητας, παρότι τον μοιραζόταν με εκατομμύρια άλλους.

 

Είχε διδαχθεί από μικρός ότι η ανθρώπινη ύπαρξη αναγόταν σε ένα ανώτερο επίπεδο απ' ό,τι των κάθε είδους υλικών κατασκευασμάτων, ότι ήταν πιο άμεση, πιο πρωτεύουσα κατά κάποιον τρόπο. Αντιλαμβανόταν την άποψη αυτή, όμως η πόλη μπροστά του έμοιαζε να προβάλλει τον δικό της αντίλογο. Η πόλη υπήρχε σε έναν δικό της χώρο και χρόνο. Είχε υποδεχθεί τους τωρινούς της κατοίκους, είχε υποδεχθεί εκείνους που είχαν περάσει, και θα υποδεχόταν και εκείνους που θα ακολουθούσαν. Οι άνθρωποι έρχονταν και έφευγαν, αλλά η πόλη παρέμενε εκεί, σταθερή νησίδα διαβίωσης ανακυκλούμενων περαστικών, που συναντώνταν τυχαία πριν χαθούν έπειτα από λίγο. Έμοιαζε έτσι αιώνια και αχρονική, πιο πραγματική απ' ό,τι οι κάτοικοι της, τους οποίους υποδεχόταν σε μαιευτήρια και αποχαιρετούσε σε κοιμητήρια.

 


 

 

Πάνω: Επίδειξη νυφικών και μαθήματα ανατομίας σε ανθρώπινα ομοιώματα. Υπάρχουν στην πόλη διαρκείς υπομνήσεις του εφήμερου της ανθρώπινης ύπαρξης, ορισμένες πιο μελαγχολικές από άλλες. Κάτω: Πλατεία Κλαυθμώνος. Το αποτύπωμα στο τσιμέντο μαρτυρά ότι η μαρμάρινη πλάκα που επενέδυε το παρτέρι είχε προέλθει από νεκροταφείο, συγκεκριμένα, από τον τάφο κάποιου/κάποιας Ηλ. Βουτ. που είχε αποβιώσει σε ηλικία 73 ετών. Η πλάκα προφανώς αποσπάστηκε κατά τη διάρκεια κάποιας διαδήλωσης, προκειμένου να θρυματιστεί σε κομματάκια–«πυρομαχικά». Έτσι, τα λαξευμένα γράμματα του –μάλλον ξεχασμένου προ πολλού– οναμετεπώνυμου, εκτοξευόμενα προς διάφορες κατευθύνσεις, θα πέταξαν για λίγο στον ουρανό σε ένα τελευταίο ταξίδι, διαχωριζόμενα τελικά για πάντα. Από πολλές απόψεις και με ποικίλους τρόπους, το DNA της πόλης κουβαλάει ανακυκλωμένα τα γονίδια των παλαιών της κατοίκων.

 

Έδιωξε τις απαισιόδοξες σκέψεις στρέφοντας ξανά την προσοχή του στο οικείο, κάθε άλλο παρά δυσοίωνο κάλεσμα της πόλης. Τα αστικά τοπία επιβάλλονταν ολόγυρα στον οπτικό του ορίζοντα, συνθέτοντας λαβυρίνθους σχημάτων, καταστάσεων, δυνατοτήτων.

 


 

 

 

 

Ήταν πάντα το τελευταίο αυτό στοιχείο, των αδιόρατων δυνατοτήτων, που τον γοήτευε περισσότερο· η αίσθηση ότι υπήρχαν τρόποι, κινούμενος κατάλληλα, να φτάσει σε άγνωστα σημεία και –κυρίως– σε άγνωστες λειτουργίες εκείνου του αχανούς κυκλώματος της πόλης που, αν και είχε σχεδιαστεί από ανθρώπους, λειτουργούσε και επεκτεινόταν εν πολλοίς αυτόνομα πλέον.

 


 

 

 

Πάνω από την πόλη υπάρχει μία άλλη πόλη, αθέατη και ουσιαστικά άγνωστη, με δικούς της περαστικούς και δικά της περάσματα. Αλλά και στον κυρίως ιστό της πόλης απαντώνται μικροπεριοχές, «μικρά μέρη», που μοιάζουν να εκθέτουν ενδότερες όψεις ή αδρανή/ανενεργά σημεία του αστικού πλέγματος.

 

Κινούμενος κατάλληλα, αλλά και «κινούμενος» κατάλληλα... Γιατί μπορούσε να διακρίνει τοπία μέσα στα αστικά τοπία. Τοπία καταστάσεων, θα ήταν ο πλησιέστερος χαρακτηρισμός, αν και δεν ήταν ούτε αυτό ακριβώς. Ήταν τοπία μέσα και πίσω από τοπία, εμπλουτισμένα με πληροφορίες που δε σχετίζονταν με την οπτική αποτύπωση. Γι' αυτό και η πρόσληψη τους προϋπέθετε τη συμμετοχή μιας δεκτικότητας πέραν της οπτικής αντίληψης. Δεν ήξερε τι είδους αντιληπτική λειτουργία ήταν αυτή, ούτε και ποια αισθητήρια μέσα του την εξυπηρετούσαν. Σίγουρα, δεν αφορούσε κάποια ειδική διόραση, διαίσθηση, ή κάτι τέλος πάντων που δε διέθεταν και όλοι οι υπόλοιποι γύρω του. Από την άλλη, αυτή η λεπτή μετακίνηση από τη συνήθη αντιληπτικότητα δεν ήταν κάτι που είχε τη δυνατότητα να προκαλεί συνειδητά, κατά βούληση. Σαφώς η εσωτερική του κατάσταση είχε σημασία, από εκεί και πέρα όμως φαινόταν να παίζουν ρόλο και άγνωστοι εξωτερικοί παράγοντες που, μάλιστα, είχε την αίσθηση ότι παρουσίαζαν κάποια περιοδικότητα.

 

Ήταν φορές που οι όγκοι του αστικού τοπίου τού επέτρεπαν ματιές σε ορίζοντες υποβλητικούς, βγαλμένους μέσα από τις υφές ενός διαφορετικού Χώρου. Έμοιαζε, ο γνώριμος τρισδιάστατος χώρος της καθημερινής εμπειρίας να δίνει τη θέση του σε ένα μέγεθος πιο σύνθετο και λιγότερο στατικό, που «χωρούσε» τα περιεχόμενα του κατά τρόπους ανορθόδοξους, έξω από το λεξιλόγιο της κοινής γεωμετρίας. Η πόλη έδειχνε αλλαγμένη και ο Χρόνος καθηλωμένος. Και πάντα, στις φευγαλέες εκείνες ματιές, ένιωθε να ξυπνά μέσα του ένα οδυνηρό σε ένταση κάλεσμα, συνοδευόμενο από τις τσιγκλιές μιας διάχυτης, ανεξήγητης νοσταλγίας. Άλλες φορές, πάλι, περιπλανώμενος στα ίδια μέρη και με παρόμοια διάθεση, το μόνο που εισέπραττε ήταν όψεις από τοίχους, κτίρια, δρόμους. Σίγουρα υπήρχαν εξωτερικοί παράγοντες που επηρέαζαν όλα αυτά. Και σίγουρα θα χρειαζόταν να ακολουθήσει διαδρομές μέσα σε διαδρομές αν ήθελε να φτάσει σε εκείνα τα τοπία μέσα στα τοπία.

 

Το μέλλον ανήκει στους πλάνητες.

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ