ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

 


 

Τα όνειρα (μέρος Α')

 

 

Υπάρχουν πολλά αξιόλογα βιβλία με θέμα το βιολογικό υπόστρωμα των ονείρων. Εμείς σας προτείνουμε το μεταφρασμένο στα ελληνικά βιβλίο του φημισμένου Γάλλου καθηγητή Νευροβιολογίας Michel Jouvet "Ο Ύπνος και το Όνειρο" (ΒΛΕΠΕ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ). Αν και σε ορισμένα του σημεία χρησιμοποιούνται όροι Βιοχημείας, Φυσιολογίας και Ανατομίας, το εξαιρετικό αυτό βιβλίο δεν απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις προκειμένου να γίνει κατανοητό από τον αναγνώστη. Μεγάλο μέρος των στοιχείων που θα δούμε στη συνέχεια περιέχονται στις σελίδες του, από όπου και μπορείτε να αντλήσετε περισσότερες και αναλυτικότερες πληροφορίες.

 

Ένα 20% των ανθρώπων που ερωτώνται δηλώνουν ότι δεν ονειρεύονται. Στην πραγματικότητα, απλώς δε θυμούνται τα όνειρα τους. Ελάχιστες είναι οι μη αντιστρέψιμες καταστάσεις που στερούν τα όνειρα από τους ανθρώπους, και αυτές αφορούν συνήθως εγκεφαλικές βλάβες οφειλόμενες σε όγκους ή τραύματα. Αντιθέτως, υπάρχουν αρκετά φάρμακα που καταστέλλουν την ονειρική δραστηριότητα, επιφέροντας μια κατάσταση ύπνου δίχως όνειρα. Συνηθισμένα τέτοια φάρμακα είναι τα λεγόμενα "τρικυκλικά" αντικαταθλιπτικά (Αμιτρυπτιλίνη-Saroten, Μιανσερίνη-Tolvon κ.ά.), τα αντικαταθλιπτικά που δρουν αναστέλλοντας το ένζυμο ΜονοΑμινΟξειδάση (Περφαιναζίνη-Minitran, Σιταλοπράμη-Seropram, Φλουοξετίνη-Ladose κ.ά.), καθώς και το αντιβιοτικό Χλωραμφαινικόλη (Chloranic, Kemicetine κ.ά.). Πρόκειται, δηλαδή, για φάρμακα που χρησιμοποιούνται από όλο και περισσότερους ανθρώπους γύρω μας (τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, πάντως, φθίνουν σε χρήση) και που προσδίδουν μια χροιά κυριολεξίας στην ανησυχητική διαπίστωση ότι το μαύρο φίδι της καθημερινότητας καταπίνει πια ακόμα και τα όνειρα μας.

 

Από τα 1440 λεπτά του 24ωρου κύκλου ημέρας-νύχτας, τα 90 με 100 από αυτά -δηλαδή ένα ποσοστό περίπου 7%- ο ανθρώπινος εγκέφαλος τα περνάει ονειρευόμενος. Ο Αριστοτέλης πίστευε ότι, εκτός από τον άνθρωπο, και αρκετά από τα ζώα ονειρεύονται. Η άποψη αυτή έχει επιβεβαιωθεί στις μέρες μας. Γνωρίζουμε πια ότι οι κότες και οι αγελάδες π.χ. ονειρεύονται 25 περίπου λεπτά το 24ωρο, τα ποντίκια 7 λεπτά, οι χιμπατζήδες 80 με 90 λεπτά, οι ελέφαντες 180 λεπτά, ενώ πρωταθλητές του ονείρου αναδεικνύονται τα αιλουροειδή, με τη γάτα να κατέχει το ρεκόρ των 200 λεπτών ονειρέματος ανά 24ωρο. Για την ακρίβεια, γνωρίζουμε ότι όλα σχεδόν τα θηλαστικά και τα πτηνά ονειρεύονται, σε αντίθεση με τα ερπετά, τα ψάρια και τα αμφίβια, στα οποία δεν έχει διαπιστωθεί καμία τέτοια ένδειξη. Με άλλα λόγια, το ονείρεμα συναντάται στα ομοιόθερμα ζώα (θηλαστικά, πτηνά), σε αυτά δηλαδή που έχουν αναπτύξει μηχανισμούς διατήρησης σταθερής θερμοκρασίας σώματος, ενώ απουσιάζει από τα ποικιλόθερμα (ερπετά, αμφίβια, ψάρια), τα οποία δε διαθέτουν τέτοιους μηχανισμούς.

 

Υπάρχουν κάποιες αξιοσημείωτες και παράδοξες εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό. Παρότι ερπετό, ο κροκόδειλος ονειρεύεται, ενώ κάτι τέτοιο δε φαίνεται να συμβαίνει με τον ορνιθόρυγχο και την έχιδνα, που ανήκουν στα θηλαστικά (και που αποτελούν τα μόνα του είδους που γεννούν αυγά). Η μεγάλη έκπληξη, όμως, έρχεται από το δελφίνι. Αν και θηλαστικό με εγκεφαλικό φλοιό παρόμοιας ανάπτυξης με τον ανθρώπινο, καμία ένδειξη ονειρικής δραστηριότητας δεν έχει καταγραφεί στον εγκέφαλο του, παρά τις επίμονες και μακροχρόνιες έρευνες. Ίσως το γεγονός αυτό -που αποτελεί αίνιγμα για τους νευροβιολόγους- να σχετίζεται με το ότι το δελφίνι, όντας υποχρεωμένο να αναδύεται στην επιφάνεια της θάλασσας ανά μερικά λεπτά για να αναπνεύσει, κοιμάται πότε με το ένα ημισφαίριο του εγκεφάλου του και πότε με το άλλο, διατηρώντας πάντα το ένα ημισφαίριο ξύπνιο.

 

Πώς είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε όλα τα παραπάνω σε σχέση με τις «ονειρικές συνήθειες» των ζώων;

 

Έρευνες δεκαετιών έχουν δείξει τα εξής:

 

Ο ύπνος στους ανθρώπους και τα ζώα που ονειρεύονται μπορεί να διαχωριστεί σε δύο εντελώς ξεχωριστές μεταξύ τους καταστάσεις του εγκεφάλου. Η πρώτη ονομάζεται ύπνος βραδέων κυμάτων, λόγω του ότι, κατά τη διάρκεια της, το ΗλεκτροΕγκεφαλοΓράφημμα (ΗΕΓ) καταγράφει βραδέα, μεγάλου εύρους κύματα, που μαρτυρούν την απουσία δραστηριότητας στα ανώτερα (φλοιώδη) εγκεφαλικά κέντρα. Ο ύπνος ΒΚ είναι ύπνος δίχως όνειρα.

 

Η δεύτερη κατάσταση ονομάζεται παράδοξος ύπνος και παρεμβάλλεται περιοδικά κατά τη διάρκεια του ύπνου ΒΚ. Στον άνθρωπο, κάθε νύχτα εμφανίζονται 4-5 φάσεις παράδοξου ύπνου, διάρκειας 20 περίπου λεπτών η κάθε μια. Ο παράδοξος ύπνος είναι ο ύπνος των ονείρων (εφεξής: παράδοξος ύπνος = ονείρεμα). Κατά τη διάρκεια του:

 

Ονειρευόμαστε.

 

Το ΗΕΓ καταγράφει έντονη εγκεφαλική δραστηριότητα, ανάλογη με εκείνη της εγρήγορσης.

 

Επέρχεται πλήρης σχεδόν μυοχάλαση, δηλαδή καταργείται ο τόνος όλων των μυών του σώματος (πράγμα που δε συμβαίνει στον ύπνο ΒΚ), με εξαίρεση μερικούς μύες του κεφαλιού (κυρίως του μιμικούς μύες, υπεύθυνους για τις διάφορες εκφράσεις του προσώπου) και των δακτύλων (εννοείται ότι εξαίρεση αποτελούν επίσης οι μύες της αναπνοής, της καρδιακής λειτουργίας και άλλοι, που εξυπηρετούν τις βασικές λειτουργίες του οργανισμού). Κινήσεις ολόκληρου μέλους παρατηρούνται πολύ σπάνια. Για κάποιον άγνωστο λόγο, ο σκύλος αντιβαίνει τον κανόνα αυτό, και συχνά κουνάει τα πόδια, γρυλίζει, ή και γαβγίζει καθώς ονειρεύεται. Η μυοχάλαση αυτή, που παραδόξως επέρχεται κατά τις περιόδους αυξημένης εγκεφαλικής δραστηριότητας, έδωσε και τον όρο «παράδοξος ύπνος».

 

Μπλοκάρονται όλα τα οπτικά, ακουστικά, οσφρητικά, γευστικά και απτικά ερεθίσματα από το να φτάσουν στον εγκέφαλο, εκτός αν η ένταση τους ξεπεράσει κάποιο όριο, οπότε το άτομο συνήθως ξυπνάει. Η διακοπή αυτή της αγωγής των ερεθισμάτων συμβαίνει σε επίπεδο αισθητηριακών νευρώνων, κατά την αγωγή, δηλαδή, των ερεθισμάτων από τα αισθητήρια όργανα προς τον εγκέφαλο μέσω των νεύρων.

 

Η «υπνοπαιδεία» ή «υπνοδιδασκαλία», συνεπώς, δεν έχει καμία επίδραση κατά τη διάρκεια του παράδοξου ύπνου, φαίνεται όμως ότι έχει κάποια αποτελέσματα κατά τη διάρκεια του ύπνου ΒΚ, οπότε τα αισθητηριακά ερεθίσματα δεν μπλοκάρονται. Κατά τον ίδιο τρόπο εξηγείται και η ενσωμάτωση εξωτερικών ερεθισμάτων σε κάποια όνειρα, παρά τη διακοπή αγωγής τους ενόσω το άτομο ονειρεύεται. Για παράδειγμα: το ξυπνητήρι χτυπάει ενώ το άτομο κοιμάται. Πλάθεται τότε ένα όνειρο, κατά το οποίο ο ήχος του ξυπνητηριού προέρχεται από το κουδούνι του σπιτιού, την πόρτα του οποίου αναλαμβάνει να ανοίξει κάποιος άλλος, οπότε το άτομο μπορεί να συνεχίσει -και συνεχίζει- τον ύπνο του. Αυτό που συνέβη στο παραπάνω παράδειγμα -και συμβαίνει γενικά σε ανάλογα όνειρα- είναι ότι, είτε το άτομο δε διένυε περίοδο παράδοξου ύπνου, οπότε το ακουστικό ερέθισμα από το ξυπνητήρι ήταν ελεύθερο να περάσει στον εγκέφαλο και να προκαλέσει το όνειρο, είτε, αν το άτομο ονειρευόταν, ο ήχος το ξύπνησε προσωρινά ή το έφερε σε κατάσταση ύπνου ΒΚ, όποτε -και πάλι- το ακουστικό ερέθισμα έφτασε στον εγκέφαλο και έπλασε το όνειρο.

 

Εκτός από τους μύες του προσώπου και των δακτύλων, ο μυϊκός τόνος διατηρείται και στους οφθαλμοκινητικούς μύες, συγκεκριμένα σε εκείνους που εκτελούν τις πλάγιες οφθαλμικές κινήσεις. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του παράδοξου ύπνου: κατά τη διάρκεια του, και ενώ τα βλέφαρα παραμένουν κλειστά, τα μάτια διαγράφουν ταχείες κινήσεις δεξιά-αριστερά, γεγονός που καταγράφεται με χαρακτηριστικό τρόπο στο ΗλεκτροΜυοΓράφημμα (ΗΜΓ). Από τις Ταχείες αυτές Οφθαλμικές Κινήσεις (Rapid Eye Movements-REM στα αγγλικά) έχει προέλθει και ο όρος «ύπνος REM», που συνιστά εναλλακτική ονομασία του παράδοξου ύπνου (λιγότερο δόκιμη όμως, αφού, όπως σημειώνει ο καθηγητής Jouvet, πώς μπορεί αυτή να εφαρμοστεί στις κουκουβάγιες, που δεν κινούν τα μάτια τους, ή στους τυφλοπόντικες, που δεν έχουν μάτια;).

 

Παρακολουθώντας, λοιπόν, την εγκεφαλική λειτουργία μέσω του ΗΕΓ και τις οφθαλμικές κινήσεις μέσω του ΗΜΓ, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πότε ένα άτομο ονειρεύεται κατά τη διάρκεια του ύπνου. Και μέσω της αναζήτησης και διαπίστωσης των ίδιων αυτών χαρακτηριστικών στα ζώα, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν, ποια και πόσο ονειρεύονται. Αυτό, με τη σειρά του, συνεπάγεται ότι δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι για όλα τα ζώα, εφόσον, πώς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν οι μέθοδοι αυτές στα σαλιγκάρια, τα κουνούπια ή τις αράχνες; Κι από την άλλη, πώς είμαστε βέβαιοι ότι ζώα που δεν εμφανίζουν καμία σχετική ένδειξη στο ΗΕΓ και το ΗΜΓ, δεν ονειρεύονται μέσω κάποιων άλλων μηχανισμών;

 

Δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι. Αυτό, όμως, που γνωρίζουμε στα σίγουρα είναι ότι οι γάτες ονειρεύονται. Και, μάλιστα, μπορούμε πια και να κρυφοκοιτάζουμε στα όνειρα τους.

 

Πώς;

 

Όπως είπαμε, ο μυϊκός τόνος καταργείται κατά τη διάρκεια του παράδοξου ύπνου (των ονείρων, δηλαδή), με αποτέλεσμα το άτομο να είναι ανήμπορο να κινηθεί, παρά την έντονη εγκεφαλική δραστηριότητα. Σχετικά πρόσφατα εντοπίστηκε η δομή του εγκεφάλου που επιφέρει τη μυϊκή αυτή παράλυση κατά τη διάρκεια των ονείρων («κερκοφόρος πυρήνας άλφα»), και στάθηκε δυνατό να αδρανοποιηθεί σε γάτες. Ελεύθερα πλέον τα ζώα να κινηθούν κατά τη διάρκεια του παράδοξου ύπνου, πρόδωσαν με τις κινήσεις τους το περιεχόμενο των ονείρων τους. Να, λοιπόν, ποια ήταν τα αποτελέσματα (ΒΛΕΠΕ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ):

 

 

Τη στιγμή που εμφανίζονται οι πρώτες «κορυφές PGO» (χαρακτηριστικά ευρήματα στο ΗΕΓ), οι οποίες αναγγέλλουν τον παράδοξο ύπνο, η γάτα που κοιμάται ανοίγει τα μάτια και σηκώνει το κεφάλι «κοιτώντας» ψηλά, δεξιά και αριστερά. Αυτή η διαδοχή της «οπτικής εξερεύνησης» (ενώ το ζώο δεν αντιδρά στα οπτικά ερεθίσματα) είναι ένα σταθερό αλλά παράδοξο φαινόμενο: η γάτα γυρνάει το κεφάλι δεξιά, αλλά κοιτάει αριστερά και το αντίθετο. Ακολουθούν διαφορετικοί αλλά απρόβλεπτοι τρόποι συμπεριφοράς. Το ζώο σηκώνεται αιφνιδίως και αρχίζει να περπατά. Φαίνεται να τρέχει πίσω από μια φανταστική λεία, σταματάει για να παίξει με αυτήν, με τις χαρακτηριστικές κινήσεις της γάτας που έπιασε ένα ψάρι. Ξαφνικά, μπορεί να εκδηλωθούν άλλες συμπεριφορές, όπως φόβος (με τα αυτιά προς τα πίσω), οργή (με άνοιγμα του στόματος) ή επίθεση (με απότομες κινήσεις των μπροστινών ποδιών). Σπανιότερα εμφανίζονται κινήσεις γλειψίματος. Αυτές οι κινήσεις δεν κατευθύνονται προς κάποιο στόχο. Μερικές φορές, η γάτα γλείφει το τρίχωμά της και συχνότερα το πάτωμα του κλουβιού. Εάν τοποθετήσουμε ένα κομμάτι τσιρότο στο τρίχωμα της γάτας, θα το γλείψει κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης. Όμως το γλείψιμο δεν κατευθύνεται προς το τσιρότο κατά τη διάρκεια της ονειρικής συμπεριφοράς. Το ίδιο συμβαίνει όταν της προσφέρεται ένα κομμάτι κρέας στη διάρκεια αυτής της περιόδου· δεν θα κατευθυνθεί προς το κρέας ακόμη και όταν πεινάει. Η γάτα, προσωρινά τυφλή και χωρίς ακοή, αφού δεν αντιδρά στα ακουστικά ερεθίσματα, εξουσιάζεται από ένα ενδογενές σύστημα που ελέγχει τον εγκέφαλό της και την κάνει να ονειρεύεται (ο τονισμός των λέξεων είναι του συγγραφέα)...

 

...Η αλληλουχία της εξερεύνησης στην έναρξη του ονείρου αρχίζει με μια οπτική εξερεύνηση: η γάτα μοιάζει να κυνηγάει με το κεφάλι και με τα μάτια κάποιο φανταστικό αντικείμενο που μετακινείται μπροστά της στο χώρο. Όμως, στην πραγματικότητα, το ζώο δεν βλέπει: το επιβεβαιώσαμε δοκιμάζοντας διαφορετικά ερεθίσματα που δεν προκαλούσαν καμία κυνηγετική αντίδραση. Εν συνεχεία, το ζώο κινείται στο κλουβί του σαν να θέλει να το ερευνήσει. Άλλες φορές, η θέση που υιοθετεί θυμίζει τη συμπεριφορά προσέγγισης μιας λείας: η γάτα συμπεριφέρεται σαν να βρίσκεται μπροστά σε έναν ποντικό ή σε έναν αρουραίο, προχωράει αργά και το κεφάλι της εκτείνεται προς τα εμπρός ενώ κατευθύνεται προς τα κάτω ακολουθώντας τη φανταστική λεία. Καμιά φορά η γάτα υιοθετεί μια θέση χαρακτηριστική της ενέδρας: η ακινησία είναι σχεδόν πλήρης και το ένα από τα μπροστινά πόδια της είναι ελαφρά σηκωμένο...

 

...Τέλος, ουδέποτε παρατηρήσαμε μια στάση που θα μπορούσε να θυμίζει σεξουαλική συμπεριφορά τόσο στα αρσενικά (στύση) όσο και στα θηλυκά (λόρδωση). Επίσης, ουδέποτε παρατηρήσαμε ρίγη, λαχάνιασμα, εμέτους και φταρνίσματα στη διάρκεια των ονειρικών τρόπων συμπεριφοράς. Η αλυσίδα των διαφορετικών αλληλουχιών της συμπεριφοράς δεν ακολουθεί σταθερή σειρά, εκτός από την αρχή του ονείρου, που είναι η οπτική εξερεύνηση. Κάθε ζώο, όμως, φαίνεται να έχει ένα ποσοστό σχετικά σταθερό (υπολογισμένο στον εβδομαδιαίο μέσο όρο) διαφόρων στάσεων ενός δεδομένου ρεπερτορίου. Δεν έχουμε κατορθώσει, πάντως, να συνδέσουμε το ρεπερτόριο με τη συμπεριφορά των ζώων στην εγρήγορση. Είναι περίεργο το γεγονός ότι οι γάτες παρουσιάζουν σε μεγάλη έκταση ονειρική επιθετική συμπεριφορά ενώ ουδέποτε υπήρξαν επιθετικές κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης εναντίον του πειραματιστή (θυμηθείτε το αυτό στην πορεία της συζήτησης, όταν θα φτάσουμε «στην πόλη»).

 

 

Όπως τονίστηκε στα παραπάνω αποσπάσματα, τα όνειρα της γάτας, παρότι διαφέρουν κάθε φορά σε περιεχόμενο, ξεκινούν πάντοτε με το κεφάλι της να στρέφεται σε κινήσεις οπτικής εξερεύνησης του χώρου γύρω της και με τα μάτια της να ανοίγουν. Πρόκειται, δηλαδή, για αντίδραση ίδια με αυτή ενός ζώου που ξυπνάει για πρώτη φορά σε κάποιον καινούριο και άγνωστο χώρο. Αυτό το γεγονός είναι εντυπωσιακό, και δείχνει ότι αυτό που συμβαίνει στην αρχή του ονείρου είναι ένα «ξύπνημα» της ονειρικής συνείδησης, όμοιο με το ξύπνημα της πλήρους αφύπνισης! Με άλλα λόγια, τα όνειρα απέχουν από τον ύπνο (τον ύπνο ΒΚ, για την ακρίβεια) τουλάχιστον όσο και η ξύπνια ζωή.

 

Ανάλογα πειράματα -επισήμως- δεν έχουν γίνει σε ανθρώπους (προϋποθέτουν την καταστροφή της μικρής περιοχής του εγκεφάλου που επιφέρει τη μυϊκή ατονία κατά τη διάρκεια των ονείρων, τον «κερκοφόρο πυρήνα άλφα»). Μπορούμε όμως να υποθέσουμε ότι ανάλογο θα ήταν και το δικό μας ονειρικό ξύπνημα (με κινήσεις οπτικής εξερεύνησης του κεφαλιού και με μάτια που ανοίγουν) αν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν. Ναι, ανάλογες ονειρικές συμπεριφορές οπτικής εξερεύνησης ανοίγουν κατά πάσα πιθανότητα και την αυλαία των δικών μας ονείρων (αλλά μπλοκάρονται πριν φτάσουν στους μύες), αρκετές φορές κάθε νύχτα!

 

Η άποψη αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι, για όλα τα είδη που γνωρίζουμε ότι ονειρεύονται, το βιολογικό υπόστρωμα είναι παρόμοιο. Γνωρίζουμε ότι βασικό κέντρο της «γεννήτριας των ονείρων» είναι μια περιοχή του εγκεφάλου που ονομάζεται Στέλεχος.

 

Με κίτρινο χρώμα σημαίνεται το εγκεφαλικό στέλεχος.

 

Πρόκειται για το κατώτερο τμήμα του εγκεφάλου, που τον συνδέει με τον νωτιαίο μυελό, αποτελώντας μια από τις πιο αρχέγονες δομές του. Λέγοντας «βασικό κέντρο», δεν εννοούμε ότι αυτή είναι η αποκλειστική περιοχή παραγωγής των ονείρων, καθώς φαίνεται ότι στη «σκηνοθεσία» τους συμμετέχουν και πολλές άλλες δομές του εγκεφάλου· εννοούμε ότι εκεί (συγκεκριμένα, στο δικτυωτό σχηματισμό της γέφυρας και τα γονατώδη σώματα) εντοπίζεται το κέντρο το οποίο ξεκινά και συντονίζει την όλη διαδικασία - ο «μαέστρος της ονειρικής ορχήστρας». Από εκεί, σήματα διαβιβάζονται προς τον ινιακό φλοιό του εγκεφάλου, την περιοχή, δηλαδή, που επεξεργάζεται τα νευρικά ερεθίσματα από τα μάτια, μεταφράζοντας τα σε εικόνες (η όραση δεν επιτελείται από τα μάτια αλλά από τον ινιακό φλοιό του εγκεφάλου - τα μάτια αποτελούν απλώς τις «κεραίες» της όρασης).

 

Αυτό συνεπάγεται ένα ακόμη εκπληκτικό γεγονός: οι σκηνές που βλέπουμε στα όνειρα μας δεν αποτελούν απλές νοητικές εντυπώσεις, αλλά κανονικές εικόνες, που προβάλλονται στον ινιακό (οπτικό) φλοιό όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα σήματα που φτάνουν από τα μάτια στην ξύπνια ζωή! Η μόνη διαφορά είναι ότι, ενώ στην ξύπνια ζωή τα σήματα των εικόνων προέρχονται από το περιβάλλον και διαβιβάζονται από τα μάτια μας, κατά τη διάρκεια των ονείρων οι εικόνες έχουν ενδογενή προέλευση.

 

Η έκφραση, λοιπόν, «βλέπουμε όνειρα» απηχεί πλήρως την πραγματικότητα -αφού όντως τα βλέπουμε- και, μάλιστα, τα βλέπουμε έγχρωμα (σε ένα ποσοστό περίπου 20% των ονείρων που θυμόμαστε μετά την αφύπνιση υπάρχει σαφής ανάμνηση κάποιου χρώματος). Ακόμα και οι τυφλοί βλέπουν ονειρικές σκηνές, εκτός από εκείνους που είτε γεννήθηκαν τυφλοί (ή έχασαν την όραση τους από πολύ νωρίς) είτε η τύφλωση τους οφείλεται σε καταστροφή του ινιακού φλοιού - σε καταστάσεις δηλαδή γενικά που οφείλονται σε βλάβη ή μη ανάπτυξη (εκ γενετής τυφλοί) του οπτικού φλοιού. Ούτε, πάντως, και οι άνθρωποι των τελευταίων αυτών περιπτώσεων στερούνται ονείρων. Απλώς, βιώνουν όνειρα με μη οπτικές, αλλά ακουστικές, οσφρητικές κλπ. παραστάσεις. Πράγμα που υποδεικνύει πως ό,τι συμβαίνει με τον οπτικό εγκεφαλικό φλοιό κατά τη διάρκεια των ονείρων, συμβαίνει και με τον ακουστικό, τον οσφρητικό κ.ο.κ. Βιώνουμε, δηλαδή, όχι αόριστες εντυπώσεις, αλλά τον πλήρη αντίκτυπο στον εγκέφαλο των αισθητηριακών ερεθισμάτων που δημιουργούν τα όνειρα (εικόνες, ήχους, οσμές κλπ.). Για να θυμίσουμε τη φράση του Havelok Ellis, τα όνειρα είναι πραγματικά όσο διαρκούν, περισσότερο και από την ίδια τη ζωή.

 

Αρκετά, όμως, με τα «τι» και τα «πώς» που αφορούν τη νευρολογία του ονείρου. Εκείνα που έχουν μεγαλύτερη σημασία και σχετίζονται με το θέμα της ενότητας αυτής είναι τα «τι», τα «πώς» και -κυρίως- τα «γιατί» των λειτουργιών του ονείρου.

 

Γιατί ονειρευόμαστε; Τι λειτουργίες επιτελούνται μέσω των ονείρων;

 

Ή, για να το θέσουμε από τη σκοπιά ενός οπαδού της θεωρίας της εξέλιξης, γιατί μόνο τα ομοιόθερμα που ανέπτυξαν τους μηχανισμούς του ονείρου (όλα τα θηλαστικά και τα πτηνά, πλην του δελφινιού, του ορνιθόρυγχου και της έχιδνας) κατόρθωσαν να επιβιώσουν;

 

Ή απάντηση που δίνει μέχρι στιγμής η Νευροβιολογία στο ερώτημα αυτό είναι απλή, σαφής και σύντομη. Δια στόματος του καθηγητή Jouvet (ΒΛΕΠΕ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ): «...Οι μηχανισμοί του ύπνου παραμένουν σκοτεινοί, ακόμη και εάν αντιλαμβανόμαστε από καιρό ότι τα κύματα του εγκεφάλου συγχρονίζονται ή γίνονται βραδέα ανάλογα με το εάν ο ύπνος γίνεται βαθύτερος... Αποκαλύψαμε κάποια λειτουργία για την ονειρική δραστηριότητα ή για τον παράδοξο ύπνο; Η απάντηση είναι αρνητική... ...Ο νευροφυσιολόγος, όμως, που μελετά το όνειρο δεν γνωρίζει ούτε αιτία ούτε λειτουργία... ...Αλλά γιατί η εξέλιξη μας προίκισε με έναν εγκέφαλο που περιοδικά, κατά τη διάρκεια του ύπνου, υπόκειται σε έναν μηχανισμό που απελευθερώνει φανταστικές εικόνες, παραλύει τον μυϊκό μας τόνο, καταστέλλει τις περισσότερες ομοιοστατικές ρυθμίσεις και προκαλεί στύση (μέσω της μυοχάλασης); Γνωρίζουμε πολλά για το πώς, χωρίς όμως αυτό να μας επιτρέπει να γνωρίζουμε το γιατί, δεδομένου ότι αδυνατούμε να αποκαλύψουμε τις εμφανείς τροποποιήσεις στο επίπεδο της συμπεριφοράς, του εγκεφάλου ή του οργανισμού καταστέλλοντας τον παράδοξο ύπνο ή το όνειρο στο ζώο ή στον άνθρωπο.»

 

Καμία από τις πιθανολογούμενες λειτουργίες των ονείρων που προτάθηκαν κατά καιρούς δε στάθηκε δυνατό να επαληθευθεί, ενώ αρκετές ήταν εκείνες που απορριφθήκαν εντελώς, βάσει των πειραματικών δεδομένων.

 

 


 

ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ